Απόφαση πανελλαδικού διήμερου Αριστερής Ενότητας 30-31 Οκτωβρίου 2021

Απόφαση πανελλαδικού διήμερου Αριστερής Ενότητας 30-31 Οκτωβρίου 2021

Απόφαση πανελλαδικού διήμερου της Αριστερής Ενότητας που πραγματοποιήθηκε 30-31 Οκτωβρίου 2021 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΥΓΚΥΡΙΑ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΑΝΔΗΜΊΑΣ

Μετά από δύο χρόνια υγειονομικής κρίσης και συνεχόμενων lockdown το Ε.Σ.Υ έφτασε στα όρια του και αναδύθηκαν τα σοβαρά προβλήματα και οι ελλείψεις του. Η χρόνια υποχρηματοδότησή του σε συνδυασμό με την πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να μην προχωρήσει σε μόνιμες προσλήψεις υγειονομικού προσωπικού ήρθε να εντείνει περαιτέρω τα αποτελέσματα της πανδημίας. Ακόμα και την ύστατη στιγμή η ΝΔ αρνήθηκε να αποφασίσει επίταξη του ιδιωτικού τομέα αφήνοντας τα αποδεκατισμένα δημόσια νοσοκομεία αβοήθητα στη μάχη κατά της πανδημίας. Ενώ συνεχίζει την αναπαραγωγή του αφηγήματος περί ατομικής ευθύνης, δεν έχει ακόμα μεριμνήσει ούτε για το συνωστισμό που επικρατεί στα ΜΜΜ, τους χώρους εργασίας, τα σχολεία και τις σχολές κ.α. ο οποίος καθημερινά βάζει άμεσα την υγεία μας σε κίνδυνο. Με το τέλος του lockdown του Μαΐου η ΝΔ αποφάσισε το άνοιγμα μερών της κοινωνίας, ακολουθώντας την ίδια τακτική του προηγούμενου καλοκαιριού, ενόψει της τουριστικής σεζόν. Η ανεξέλεγκτη εισροή τουριστών αλλά και η άρνηση της κυβέρνησης να υιοθετήσει μέτρα υγειονομικής προστασίας, οδήγησε για ακόμη μια φορά στην πλήρη αποτυχία του πλάνου της ΝΔ για ολικό άνοιγμα τουρισμού και οικονομικής ανόρθωσης, αφού τα κρούσματα αυξήθηκαν ραγδαία και οδήγησαν σε τοπικά lockdown. Η κυβέρνηση απέτυχε στην επικοινωνιακή πολιτική της πρόληψης αφού παρουσίασε τον εμβολιασμό ως πανάκεια. Αδυνατώντας να πείσει τον πληθυσμό κατέφυγε σε μια σειρά άτακτων μέτρων τύπου εξαγοράς της νεολαίας με δωροκάρτες (βλ. freedom pass, gigabytes) και απειλής του εργαζόμενου κόσμου με αναστολή εργασίας, απόλυση και οικονομική επιβάρυνση για rapid test, αντί για μια καμπάνια ενημέρωσης και πειθούς του πληθυσμού. Συνολικότερα, δημιούργησε ένα κλίμα πόλωσης μεταξύ εμβολιασμένων-ανεμβολίαστων, αναπαράγοντας τις κοινωνικές διακρίσεις και αποκλείοντας μερίδα πληθυσμού από μέρη της κοινωνικής ζωής. Η πολιτική πόλωσης απεικονίζεται και στο γεγονός ότι η πρόσβαση σε μονάδες υγείας θα γίνεται κατά προτεραιότητα σε εμβολιασμένους. Επιπλέον, με το επιχείρημα του ανεμβολίαστου πληθυσμού, η κυβέρνηση αποποιείται κάθε ευθύνη για την έλλειψη υγειονομικών μέτρων εστίασης και πετάει το μπαλάκι ξανά στην «ατομική ευθύνη» των πολιτών να εμβολιαστούν. Ο εμβολιασμός είναι ζήτημα συλλογικής ευθύνης για τη δημόσια υγεία και δεν επιτυγχάνεται με τη στείρα υποχρεωτικότητα, ούτε με λογικές τιμώρησης και κοινωνικού αποκλεισμού που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση της ΝΔ. Η ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να προλάβει το τέταρτο κύμα πανδημίας αποδεικνύει πως η διαχείριση της πανδημίας απέτυχε ολοκληρωτικά και ότι εν τέλει δεν αποτέλεσε πότε πρωταρχικό στόχο της κυβέρνησης  όπως θα συνέβαινε σε ένα κράτος πρόνοιας. Γενικότερα, η πανδημία ήταν μια ευκαιρία για την κυβέρνηση να εφαρμόσει αναίμακτα και σε συνθήκες εγκλεισμού το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ψηφίζοντας μια σειρά από αντιδραστικά νομοσχέδια και εφαρμόζοντας σκληρή καταστολή σε κάθε αντίδραση, ακόμα και απέναντι στους υγειονομικούς τους οποίους υποκριτικά χειροκροτούσε στα μπαλκόνια το προηγούμενο διάστημα.

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Στα τέλη Οκτωβρίου είδαμε να συντελείται μία κρατική δολοφονία. Μετά από καταδίωξη τριών άοπλων Ρομά από την αστυνομία, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ και αναίτια ο Νίκος Σαμπάνης με τα ΜΜΕ να καλύπτουν τους δολοφόνους μιλώντας για ανταλλαγή πυρών και για δήθεν τραυματίες αστυνομικούς. Ένα ακραίο περιστατικό που παρόλα αυτά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αστυνομοκρατίας και αστυνομικής αυθαιρεσίας με φασιστικό πρόσημο.

Από την πρώτη στιγμή της εκλογής της η ΝΔ ακολουθεί μία σκληρή ιδεολογική πολιτική που βασίζεται  στην καταστολή με σαφή στόχο την εξάλειψη των αντιδράσεων και την πειθάρχηση των ριζοσπαστικών κομματιών της κοινωνίας και ειδικά της νεολαίας, που μπορούν να προκαλέσουν ρωγμές. Ήταν προφανές πως η αυταρχικοποίηση των δυνάμεων καταστολής με την υποστήριξη της κυβέρνησης δεν θα περιοριζόταν μόνο στην ακραία βία ενάντια στις διαδηλώσεις ή στον ξυλοδαρμό πολιτών ( βλ. Ν. Σμύρνη), αλλά έφτασε στο σημείο να σκοτώνει. Βλέπουμε λοιπόν την όξυνση της καταστολής, αρκετούς μήνες μετά από τα γεγονότα της Νέας Σμύρνη όπου το κίνημα κατάφερε να την ανακόψει, παρά την αλλαγή του υπουργού ΠΡΟΠΟ, που αμέσως εφάρμοσε το νόμο για τις διαδηλώσεις.

 ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ/ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ

Η πανδημία του COVID19 και τα αλλεπάλληλα lockdowns που εφαρμόστηκαν παγκοσμίως ανέδειξαν με ξεκάθαρο τρόπο ότι οι ανειδίκευτοι/ες εργαζόμενοι/ες που τα προηγούμενα χρόνια βρέθηκαν στο στόχαστρο της κρίσης και καλούνται να δουλέψουν με ελαστικά ωράρια, επισφαλείς και απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, είναι απαραίτητοι/ες για την κίνηση της κοινωνίας. Παρόλα αυτά, η πανδημία στάθηκε για άλλη μια φορά ευκαιρία για την περαιτέρω εκμετάλλευση των εργαζομένων με σκοπό την εξαγωγή ακόμη περισσότερου κέρδους.  Η εισαγωγή της τηλεργασίας στις ζωές των εργαζομένων οδήγησε σε ένα πλήθος προβλημάτων όπως η απομάκρυνση τους από τον φυσικό χώρο της εργασίας, η σύγχυση χώρου εργασίας και ξεκούρασης, καθώς και η απομάκρυνση των εργαζομένων από τα συλλογικά τους όργανα. Παράλληλα, στο καθεστώς τηλεργασίας είδαμε την καταπάτηση σειράς εργασιακών δικαιωμάτων (π.χ εργασία σε αργίες, η ελάττωση ή μη εφαρμογή αδειών, μη παροχή ασφάλισης) όπως και την καταπάτηση ακόμα και την κατάργηση του 8ωρου.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. εκμεταλλεύτηκε λοιπόν τη συγκυρία του lockdown και επιδίωξε να περάσει ένα σύνολο εργασιακών και ασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων. Ο νέος αντεργατικός νόμος Χατζηδάκη επιτίθεται και καταστρέφει κεκτημένα αιώνων με πρώτο και κύριο το οχτάωρο. Στην ουσία, ο εργοδότης, μονομερώς και αυθαίρετα, θα μπορεί να αποφασίζει αν η εργαζόμενη θα δουλεύει παραπάνω από 8 ώρες τη μία μέρα και λιγότερες την άλλη. Δημιουργούνται, έτσι, ευέλικτα ωράρια εργασίας, καταλύεται η έννοια του ελεύθερου χρόνου και όσοι εργαζόμενοι αντιταχθούν στις επιταγές του εργοδότη μπορεί να έρθουν αντιμέτωποι με την απόλυση. Ο νόμος αυτός εντατικοποιεί τους όρους εργασίας, εντείνει το ρόλο εξουσίας του εργοδότη, διευρύνει το περιθώριο εκμετάλλευσης του εργαζομένου, αυξάνει την ανεργία, ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική δράση και το διαχρονικό μέσο πάλης της απεργίας.Πρόσφατο παράδειγμα ποινικοποίησης των αγώνων και της συλλογικής διεκδίκησης ήταν η αντιμετώπιση της απεργίας και των κινητοποιήσεων των εκπαιδευτικών ενάντια στον πρόσφατο νόμο περί αξιολόγησης ,των πιο μαζικών τα τελευταία χρόνια, κρίνοντας την απεργία παράνομη και καταχρηστική κάνοντας επίσης και αγωγή στην ΟΛΜΕ. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ενάντια στα αιτήματα της εκπαιδευτικής κοινότητας και επιλέγει να χτυπήσει τον αγώνα των εκπαιδευτικών, βασιζόμενη στους πρόσφατους νόμους που έφερε η ίδια, δείχνοντας μια κατεύθυνση ποινικοποίησης του συνδικαλισμού.

Η εργασιακή αναδιάρθρωση στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην αύξηση κέρδους του κεφαλαίου σε συνδυασμό με την πλήρη εκμετάλλευση του εργατικού υποκειμένου, αφού ο/η εργαζόμενος/η και ο τρόπος διάθεσης της παραγωγικής του δύναμης θα εξαρτάται από ατομική διαπραγμάτευση με τον εργοδότη. Ενισχύεται λοιπόν η εξουσία των εργοδοτών και οι εργασιακές αυθαιρεσίες νομιμοποιούνται, δημιουργώντας έτσι ένα ακόμη πιο ασφυκτικό και δυσμενές εργασιακό περιβάλλον για την εργατική τάξη. Τα ελαστικά ωράρια και οι συνεχείς καλύψεις εργατοωρών με βάση τις ανάγκες της επιχείρησης κι όχι των εργαζομένων, καταλύουν πλήρως την έννοια του ελεύθερου χρόνου.  Παράλληλα η διάταξη του νόμου περί συλλογικής διαπραγμάτευσης εκτός του ότι φέρνει τους εργαζόμενους σε δυσκολότερη θέση διεκδίκησης των όρων εργασίας τους, αποτελεί και ένα σημαντικό ιδεολογικό μέτρο. Συγκεκριμένα αποσκοπεί στην απονομιμοποίηση και στην κατάργηση των σωματείων, και συνολικότερα θέλει να στρέψει τους εργαζόμενους προς τον ατομισμό και να εξαλείψει κάθε συλλογική δράση. Συντελείται μία παράλληλη επίθεση και απονομιμοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης στους χώρους εργασίας που ενισχύεται με την ψηφιοποίηση του συνδικαλισμού και την απομάκρυνση των εργαζομένων από τον φυσικό τους χώρο υποστηρίζοντας την στόχευση της κυβέρνησης για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων χωρίς κανένα εμπόδιο από τα εργαζόμενα υποκείμενα.

Σε συνέχεια του αντι-εργατικού νόμου Χατζηδάκη έρχεται και το ασφαλιστικό νομοσχέδιο, το οποίο καταλύει τη συλλογική ασφάλιση και δημιουργεί πρόσφορο έδαφος στην εκμετάλλευση και επισφάλεια του/της εργαζομένου/ης ακόμη και κατά τη συνταξιοδότησή τους. Πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο οδηγεί τον/την εργαζόμενη να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις τρόπους επένδυσης των επικουρικών χρημάτων της προκειμένου να εξασφαλιστεί στην συνταξιοδότησή της. Το μέτρο αυτό δεν διαφυλάσσει τον συνταξιοδοτούμενο αλλά τον ωθεί σε τζογάρισμα των χρόνιων κόπων του ενώ παράλληλα το κράτος αποτάσσεται κάθε ευθύνη κοινωνικής ασφάλισης των πολιτών του. Με τις ατομικές συμβάσεις αλλά και την απονομιμοποίηση του συνδικαλισμού σε χώρους δουλειάς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δημιουργεί τις συνθήκες ενός αποστειρωμένου χώρου εργασίας, που κοιτάει το ατομικό συμφέρον και την εργασιακή ανέλιξη μακριά από τους μαζικούς αγώνες και τις διεκδικήσεις για ανθρώπινους ρυθμούς εργασίας και ζωής.

Η νίκη των εργαζομένων της e-food αποτελεί εφαλτήριο βήμα στην συλλογική διεκδίκηση, την ίδια στιγμή που  ψηφίζονται εργασιακά νομοσχέδια που βάλλουν τα εργασιακά μας δικαιώματα, και αποτελεί λαμπρό παράδειγμα προς το κίνημα των μισθωτών να συνεχίσουν  τους αγώνες τους για καλύτερη εργασία και ασφάλιση.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Η Ελλάδα βρισκόμενη στο ακρωτήρι της Ευρώπης παίζει καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την διαχείριση του μεταναστευτικού/ προσφυγικού . Η κυβέρνηση της ΝΔ έρχεται να εφαρμόσει αυτόν τον σχεδιασμό με τον πιο αυταρχικό τρόπο, κυρίως μέσω της κατασκευής τείχους στα σύνορα και της στρατιωτικής ενίσχυσής του επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφαρμόζοντας έτσι τον μακροχρόνιο σχεδιασμό της τελευταίας για τη δημιουργία μιας «Ευρώπης-φρούριο». Οι συνεχείς και βίαιες επαναπροωθήσεις των ανθρώπων που εισέρχονται στα ελληνικά σύνορα καθώς και ο εγκλεισμός όσων καταφέρουν να φτάσουν, μέσα σε  camps-φρούρια, απομονωμένα από τους ντόπιους, αποδεικνύουν τις προθέσεις της κυβέρνησης να εμποδίσει την εισροή και ενσωμάτωση των προσφύγων και μεταναστ(ρ)ιών στην ελληνική κοινωνία με κάθε κόστος. Κομμάτι της πολιτικής αυτής αποτελεί και το εχθρικό νομικό καθεστώς που δυσχεραίνει  την χορήγηση ασύλου σε πρόσφυγες/γισσες. Εξάλλου, η καταφανής πρόθεση της κυβέρνησης να αποκλείσει τον προσφυγικό κόσμο από το κοινωνικό σύνολο φαίνεται και από την παρακώλυση της ένταξής τους στο χώρο της εκπαίδευσης και της εργασίας. Πολλές είναι οι περιπτώσεις που γίναμε μάρτυρες αυτής την εγκληματικής πολιτικής, με την πιο πρόσφατη να διαδραματίζεται τον Αύγουστο με τις φωτιές στην Αττική όπου μέχρι τελευταία στιγμή δεν υπήρχε εντολή εκκένωσης των camps. Όπως και στην κρίση της πανδημίας του COVID19 όπου οι πρόσφυγες/μετανάστριες εγκλωβίστηκαν σε χώρους χωρίς μέτρα προστασίας ή/και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έτσι και στις πυρκαγιές ο προσφυγικός κόσμος έμεινε εκτεθειμένος. Εκτεθειμένος συνεχίζει να μένει και απέναντι στην πανδημία καθώς το σύστημα παίρνει την πολιτική επιλογή να καθυστερεί τις διαδικασίες έγκαιρης χορήγησης των απαραίτητων εγγράφων, αποκλείοντάς τους από τον εμβολιασμό. Η λύση του προσωρινού ΑΜΚΑ που προτάθηκε για το σκοπό αυτό υπερτονίζει πως το κράτους τους θεωρεί πολίτες δεύτερης κατηγορίας χωρίς τη δυνατότητα καθολικής υγειονομικής περίθαλψης. Παράλληλα ο κυρίαρχος λόγος αναπαρήγαγε στερεότυπα που ταύτιζαν τους πρόσφυγες με παραβατικά στοιχεία ή πηγές μόλυνσης προκειμένου να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την εγκληματική πολιτική εις βάρος τους και θρέφοντας με αυτόν τον τρόπο την ξενοφοβία και τον ρατσισμό. Έτσι, γκετοποιούνται οι προσφυγικές δομές με τους πρόσφυγες και τις προσφύγισσες να μετατρέπονται σε «εύκολους στόχους» για ελέγχους και παραβιαστικές συμπεριφορές από κρατικά όργανα, με την πρόφαση του υγειονομικού κινδύνου.

Μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση στο Αφγανιστάν αυτή τη στιγμή φέρουν οι ΗΠΑ, όπου από το 2001 επιχειρούν στρατιωτικά στην ευρύτερη περιοχή με το πρόσχημα της ‘’σταθερότητας’’ και της “ειρήνης”, ενώ στην πραγματικότητα συντελείται ένα έγκλημα απέναντι στους ανθρώπους και στο φυσικό και ορυκτό πλούτο της χώρας, με την ανοχή και την υποστήριξη ΝΑΤΟ και ΕΕ. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, που ενισχύθηκαν από τον αμερικανικό και νατοΪκό ιμπεριαλισμό, βάζει την χώρα σε μια κατάσταση όπου κυριαρχεί ο φόβος και η ακραία καταπίεση των έμφυλων υποκειμένων, η αφαίρεση δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία του λόγου, το επισιτιστικό πρόβλημα, ενώ δημιουργείται ένα νέο κύμα προσφύγων/ισσων. Οι όλο και αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές, θα δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό κλίμα για τους ίδιους τους πρόσφυγες, δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες θα ακολουθήσουν μια πολιτική κλειστών συνόρων και συμπεριφέρονται στους/στις κατατρεγμένους/κατατρεγμένες με απάνθρωπο τρόπο.

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ

 Μέσα σε αυτή τη συνθήκη είδαμε πως ο φασισμός συνεχίζει να προσπαθεί να πάρει χώρο. Πραγματοποιήθηκαν διάφορες συγκεντρώσεις ακραίου εθνικιστικού χαρακτήρα (βλ. Ενάντια στη προσφυγική κούκλα Αμάλ), καθώς και φασίζουσες ομάδες συμμετείχαν ανοιχτά σε συγκεντρώσεις σε σχέση με τα εμβόλια και τον κορονοϊό. Πρόσφατα παρατηρήθηκαν, επίσης, φασιστικές επιθέσεις, που απευθύνονταν σε συνδικαλίστριες, και στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα (Σταυρούπολη, Ν. Ηράκλειο, Ζωγράφου), με τους θύτες να φέρουν όπλα, λοστούς, κ.α.

Ταυτόχρονα Χρυσαυγίτες χαίρουν ιδιαίτερης μεταχείρισης εντός των φυλακών (π.χ. παράτυπες μεταφορές σε αγροτικές φυλακές, πραγματοποίηση ραδιοφωνικών εκπομπών και ομιλιών μέσα από τη φυλακή) , ενώ τρανταχτό παράδειγμα ευνοϊκής μεταχείρισης υπήρξε η αποφυλάκιση του Γιώργου Πατέλη, άλλοτε πυρηνάρχη της Νίκαιας, ένα χρόνο μετά την καταδικαστική απόφαση. Η μεταχείρηση αυτή, ειδικά αν την αναλογιστούμε σε αντιδιαστολή με την άκρως σκληρή και εκδικητική στάση της προς αγωνιστές της αριστεράς και ευρύτερα του ανταγωνιστικού κινήματος δείχνουν ξανά πως η ύπαρξη του φασισμού στηρίζει συστημικά συμφέροντα.  Ο φασισμός αξιοποιείται προκειμένου να χτυπηθούν οι διεκδικήσεις του λαού και της νεολαίας. Ταυτόχρονα μέσω της θεωρίας των δύο άκρων επιχειρείται να ταυτιστεί ο θύτης με το θύμα, να ταυτιστούν οι διεκδικήσεις για τις ανάγκες μας με τις φασιστικές επιθέσεις προκειμένου να συγκαλυφτούν οι τελευταίες. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν πως παρά την περσινή καταδίκη της ΧΑ ως εγκληματικής οργάνωσης, η μάχη με τον φασισμό πρέπει να είναι διαρκής πρωτίστως στους κοινωνικούς μας χώρους, στις γειτονιές και τους δρόμους, αλλά και να στρέφεται ενάντια στο σύστημα που τον θρέφει και τον συγκαλύπτει.

ΕΜΦΥΛΟ

Η έκρηξη του κινήματος #metoο και η διάχυση του στην κοινωνία με αφορμή σωρεία κακοποιητικών περιστατικών με έμφυλη διάσταση ανέδειξαν την καταπίεση  -κοινωνική και θεσμική- που υφίστανται γυναίκες, θηλυκότητες και ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα από την πατριαρχία, φανερώνοντας ταυτόχρονα την αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. Υπέρ του τελευταίου συνηγορεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση τριών ετών στην δίκη για τη δολοφονία του/της Ζακ/Zackie, σε συνδυασμό με την ευνοϊκή μεταχείριση των δραστών. Το μιντιακό ξέπλυμα της αστυνομίας και ο στιγματισμός της ακτιβιστικής του δράσης αναδεικνύουν τις βαρύτατες ευθύνες της πολιτείας και τη συστημική ομο/τρανσφοβία που την χαρακτηρίζει.

Η ελληνική κοινωνία έρχεται να μετρήσει 13 γυναικοκτονίες μέσα στο τρέχον έτος, με την κυβέρνηση να αγνοεί πεισματικά την πάγια διεκδίκηση του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος για κατοχύρωση του εγκλήματος της γυναικοκτονίας ώστε να αναδειχθούν οι έμφυλες διαστάσεις τέτοιων περιστατικών και να καταπολεμηθεί αποτελεσματικότερα το φαινόμενο εν γένει. Ακόμη, το τελευταίο διάστημα έχουν καταγγελθεί πάμπολλα περιστατικά βιασμών και κακοποίησης, κάτι που δεν οφείλεται μόνο στη διόγκωση της έμφυλης βίας εν μέσω πανδημίας και lockdown αλλά και στην αύξηση της ορατότητας για αυτά τα ζητήματα μέσω και του ελληνικού metoo, δίνοντας στις/στα επιζώσες/επιζώντα το βήμα να καταγγείλουν. Οι συνεχείς καταγγελίες για κακοποιητικές και παραβιαστικές συμπεριφορές αυξάνουν την ανάγκη για εξασφάλιση της αυτοδιάθεσης των σωμάτων μας και την δημιουργία συνείδησης για τις συναινετικές πράξεις. Στον αντίποδα, βλέπουμε τις δικαστικές αρχές και την ΕΛ.ΑΣ. να προωθούν τέτοιες συμπεριφορές (βλ. δηλώσεις Μπαλάσκα) και συχνά να συγκαλύπτουν τους θύτες, εργαλειοποιώντας την ανεπάρκεια της αστικής δικαιοσύνης.

Η καταπίεση λόγω έμφυλης ταυτότητας ή σεξουαλικού προσανατολισμού, η οποία γίνεται εντονότερη σε περίπτωση πολλαπλότητας ταυτοτήτων (για παράδειγμα τρανς εργαζόμενης προσφύγισσας), επεκτείνεται σε όλους τους κοινωνικούς χώρους και έρχεται να διαπλακεί με την οικονομική εκμετάλλευση που βιώνει κάθε άτομο σε καθημερινή βάση. Έτσι, τα κατώτερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα πλήττονται ακόμη περισσότερο, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συμπόρευση του φεμινιστικού/queer κινήματος με τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης, συγκροτώντας ένα κίνημα που θα στέκεται απέναντι σε κάθε σεξισμό και πατριαρχία και ταυτόχρονα θα αντιπαλεύει τις κυρίαρχες λογικές εντός του.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ –ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ-ΑΣΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΥ

Η χρόνια εκμετάλλευση της γης, η αντιμετώπιση του περιβάλλοντος και της ενέργειας ως πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής οδήγησαν σταδιακά στην ακραία αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας με αποτελέσματα εμφανή καθημερινά και αποκορύφωμα τον ακραίο εκτεταμένο καύσωνα φέτος το καλοκαίρι.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, ξέσπασαν πυρκαγιές σε Εύβοια και Αττική καταστρέφοντας οικισμούς και μεγάλες δασικές εκτάσεις-σε μία περίοδο που αντίστοιχα φαινόμενα ξεσπούσαν παγκοσμίως. Η έκταση των πυρκαγιών αυτών έδειξε την χρόνια υποχρηματοδότηση και τις αντι-μεταρρυθμίσεις στο τομέα της δασοπροστασίας, οι οποίες έχουν απτό αποτέλεσμα στην έλλειψη πυροσβεστικού προσωπικού, μέσων και μονάδων πυροπροστασίας, με συνέπεια να μην μπορεί να διαχειριστεί η ΝΔ τις μεγάλες αυτές καταστροφές. Ακόμα και τώρα η κυβέρνηση δεν μεριμνά για ενίσχυση της πυροσβεστικής και ταυτόχρονα προσπαθεί να αξιοποιήσει τις καμένες περιοχές για επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά και για να ενισχύσει ιδιώτες δίνοντας τους την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων. Σε αντίθεση με την ανευθυνότητα της κυβέρνησης, σχηματίστηκαν αυτόνομες ομάδες αλληλέγγυων που προσέφεραν τα σπίτια τους και βοήθησαν στην διάσωση ζώων, αποδεικνύοντας στην πράξη πως μέσα από την αλληλεγγύη και τη συνεργασία μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις κρίσεις που μας επιφυλάσσει η αδιαφορία του νεοφιλελεύθερου κράτους.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια εμφανής προσπάθεια για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά στοιχεία έχουν αναγκάσει τις κυβερνήσεις παγκοσμίως να αναγνωρίσουν τις καταστροφικές επιπτώσεις των μοντέλων ενέργειας που βασίζονται εξ ολοκλήρου σε ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, ανάγοντας την κλιματική κρίση σε ευκαιρία –διαχρονική πρακτική στο κομμάτι των «περιβαλλοντικών λύσεων»- η μετάβαση σε πιο καθαρές μορφές ενέργειας γίνεται με τους πιο λανθασμένους όρους. Γίνεται προσπάθεια εγκατάστασης σε όλη την επικράτεια μονάδων Α.Π.Ε. βιομηχανικής εκμετάλλευσης (κυρίως αιολικών πάρκων), η οποία φέρει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις (αποψίλωση δασικών εκτάσεων, ρευματοφόρα καλώδια σε πυκνά δάση, κακή συντήρηση μονάδων κτλ). Πέραν αυτού η –μικρής δυνατότητας- παραγωγή ρεύματος γίνεται με σκοπό το κέρδος των εταιρειών διαχείρισης και όχι την κοινωνική ενεργειακή επάρκεια. Ένα μοντέλο ενέργειας με βάση αυτό το κέρδος και ένα διαρκές κυνήγι μίας ατέρμονης «ανάπτυξης» δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι επιτυχές. Ενώ οι ρυθμοί μετάβασης είναι τόσο απότομοι που καταλήγει αδύνατο να καλυφθούν οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας χωρίς εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Τα ζητήματα αυτά σε συνδυασμό με την ενεργειακή φτώχεια πλήττουν σε διαφορετικό βαθμό τα διάφορα κοινωνικά στρώματα.

Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της κυβέρνησης αποτυπώνεται και στην πολιτική της σε σχέση με τους χώρους πρασίνου στον αστικό ιστό (πραγματοποιώντας διαγωνισμούς μέσω ΣΔΙΤ). Η δημιουργία πάρκων τσέπης, πάρκων δηλαδή όπου αποτελούν χώρους διέλευσης και όχι παραμονής, την ίδια ώρα που δεν υπάρχει κανένας κεντρικός σχεδιασμός για μεγάλους χώρους πρασίνου, αποδεικνύει την ιδεοληψία της όσον αφορά τους χώρους αυτούς, δηλαδή ως έργα βιτρίνας και τόπους διέλευσης προς την κατανάλωση. Απέναντι σε αυτήν την ιδεοληψία παρατηρούμε κινητοποιήσεις πολιτών όπου διεκδικούν περισσότερους πράσινους τόπους παραμονής, τόπους ψυχαγωγίας, συνάντησης και ζύμωσης των κατοίκων.

Άνοιγμα σχολών

Η κυβέρνηση προχώρησε στο άνοιγμα των Πανεπιστημίων μεριμνώντας ελάχιστα για την πραγματική ασφάλεια της ακαδημαϊκής κοινότητας. Το άτακτο ξεκίνημα της λειτουργίας των Ιδρυμάτων έγινε χωρίς οργανωμένο σχέδιο για την εξασφάλιση της δημόσιας υγείας. Η κυβέρνηση μεταθέτει τις ευθύνες για το ασφαλές άνοιγμα στο κάθε ίδρυμα, ενώ η χρηματοδότηση που δόθηκε στα Ιδρύματα για το άνοιγμα δεν δρομολογήθηκε για την δημιουργία ενός ενιαίου σχεδίου που θα προέβλεπε δωρεάν rapid tests, κέντρα εμβολιασμού για φοιτήτριες και φοιτητές, δωρεάν μέτρα ατομικής προστασίας, εξαερισμό για τις αίθουσες και την επίταξη αιθουσών/κτηρίων που θα πληρούν τις προϋποθέσεις για την ασφαλή διεξαγωγή μαθημάτων. Παράλληλα, η απουσία ενός εύχρηστου πλάνου λειτουργίας στην περίπτωση ύπαρξης κρουσμάτων στον πανεπιστημιακό χώρο και ο κίνδυνος για μία επιστροφή σε καθεστώς τηλεκπαίδευσης από πλευράς της κυβέρνησης είναι εμφανής. Στους ήδη υπάρχοντες διαχωρισμούς και αποκλεισμούς που επιβάλλει η κυβέρνηση στο φοιτητικό υποκείμενο έρχεται να προστεθεί ο διαχωρισμός μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων. Η κυβέρνηση μεταθέτει την ευθύνη για την ασφάλεια λειτουργίας των σχολών, στον φοιτητή, την καθηγήτρια, τον καθαριστή και τη γραμματέα, δημιουργώντας δίπολα και αδυνατώντας να προτάξει την αίσθηση της συλλογικής και δημόσιας υγείας. Χωρίς στοχευμένα επικοινωνιακά μέσα πειθούς και επαρκή ενημέρωση υπέρ του εμβολιασμού, εξαναγκάζει την ακαδημαϊκή κοινότητα να δίνει 80 ευρώ το μήνα για να μπορεί να είναι μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αν δεν έχει πειστεί να κάνει το εμβόλιο.

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Το πανεπιστήμιο ως δομή δεν αποτελεί έναν χώρο στον οποίο διοχετεύεται απλώς η επιστημονική γνώση. Μέσα από το πανεπιστήμιο εμπεδώνονται και αναπαράγονται οι αξίες και η ιδεολογία του αστικού κράτους. Τα προγράμματα σπουδών διαρθρώνονται ώστε να προωθούν τον καταμερισμό της εργασίας με βάση τις ανάγκες του κεφαλαίου την εκάστοτε χρονική περίοδο. Παρόλα αυτά, όπως έχει δομηθεί το πανεπιστήμιο στη μεταπολίτευση, είναι ένας χώρος στον οποίο πρωταγωνιστούν ριζοσπαστικές ιδέες και διαμορφώνονται συνειδήσεις ενάντια στο κυρίαρχο. Αυτό διαφαίνεται από τις κατακτήσεις του φοιτητικού κινήματος, το οποίο έχει σταθεί εμπόδιο σε νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στόχευση του κεφαλαίου και συνεπώς της κυβέρνησης αυτή τη στιγμή είναι να χαθεί ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας του πανεπιστημίου και έτσι να διαμορφώσει φοιτητές/ριες πειθήνιους/ες άρα και πειθήνιους/ες μελλοντικούς/ες εργαζόμενους/ες και πολίτες, που δεν θα αντιδρούν. Με αυτόν τον τρόπο παράλληλα προωθεί και τις στοχεύσεις του για την είσοδο ιδιωτικού κεφαλαίου και επιχειρήσεων στη λειτουργία των ιδρυμάτων. Έτσι, έρχεται με ρεβανσιστική διάθεση να πάρει πίσω τις κατακτήσεις των φοιτητ(ρι)ών, όπως το άσυλο, το οποίο αποτέλεσε και μια από τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες της. Με την κατάργηση του ασύλου άνοιξε ο δρόμος σε μια σειρά από αντιεκπαιδευτικές και αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν το διάστημα όπου οι σχολές ήταν κλειστές, με τον νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη.

1)           Νόμος Κεραμέως-Χρυσοχοϊδη

Για να επιτύχει τον στόχο της η ΝΔ μέσα από αυτόν τον νόμο φέρνει συγκεκριμένες διατάξεις  για τα πανεπιστήμια, οι οποίες συμβάλλουν, η καθεμία με τον  δικό της τρόπο στην πάταξη του ριζοσπαστικού χαρακτήρα του πανεπιστημίου. Αρχικά το όριο φοίτησης σπουδών πειθαρχεί τους/ις φοιτητές/ριες καθώς τους/ις αναγκάζει να είναι προσηλωμένοι/ες αποκλειστικά στις σπουδές τους, χωρίς να αφήνει το οποιοδήποτε περιθώριο για ενασχόληση με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, πολιτιστικές δραστηριότητες, συμμετοχή στα κοινά και εν γένει την αυτοδιάθεση του ελεύθερου χρόνου. Αυτή η νέα συνθήκη έρχεται να εντείνει την ήδη εντατικοποιημένη καθημερινότητα της φοιτήτριας, λόγω των πιεστικών ρυθμών σπουδών. Η καθημερινότητα αυτή που διαμορφώνεται προϊδεάζει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες για αντίστοιχους εξαντλητικούς ρυθμούς εργασίας μετά το πέρας των σπουδών τους. Αυτό το μέτρο έρχεται να πλήξει όλη τη φοιτητιώσα νεολαία, αλλά με πιο έντονο τρόπο τα πιο ταξικά κομμάτια της, τα οποία πιθανώς να εργάζονται για να μπορούν να σπουδάζουν και άρα δεν μπορούν να συμβαδίσουν με τέτοιους ρυθμούς σπουδών. Η διάταξη του νόμου, μάλιστα, για τις εργαζόμενες φοιτήτριες δεν λαμβάνει υπόψη τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας κάτω από τις οποίες εργάζεται η νεολαία.

Στο μοντέλο πειθαρχημένου/ης φοιτητή/τριας που διαμορφώνεται από το όριο φοίτησης έρχεται να συμβάλλει και το μέτρο των πειθαρχικών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου το πανεπιστήμιο είναι ένας αποστειρωμένος χώρος, στον οποίο συντελείται μόνο η εκπαιδευτική διαδικασία και άρα οποιαδήποτε άλλη χρήση του (αξιοποίηση εγκαταστάσεων για γενικές συνελεύσεις, πολιτικές-πολιτιστικές εκδηλώσεις, αυτοοργανωμένα εγχειρήματα) δεν είναι αποδεκτή.  Σε αυτή τη βάση τα πειθαρχικά αποτελούν ένα μέσο εκφοβισμού ώστε  κανείς και καμία να μην  εμποδίζει την «εύρυθμη λειτουργία» του ιδρύματος και  έτσι εμπεδώνεται ότι όποιο δεν συμμορφώνεται θα τιμωρείται με μεγάλης κλίμακας ποινές. Οι ποινές αυτές  θα καθορίζονται μέσα από τα πειθαρχικά συμβούλια τα οποία θα απαρτίζονται και από καθηγητές με συνέπεια να εντείνεται η σχέση εξουσίας μεταξύ φοιτητή/τριας-καθηγητή. Ακόμα και σε μια περίοδο που οι σχολές έχουν ανοίξει μόλις λίγες εβδομάδες, οι επιπτώσεις των νέων μέτρων δεν άργησαν να φανούν σε κάποια τμήματα. Είναι ενδεικτικό πως όλα τα πειθαρχικά παραπτώματα που περιγράφονται στο νόμο αποτελούν χρόνιες πρακτικές των φοιτητών-τριων που παρεμβαίνουμε μέσα στις σχολές (αφισοκόλληση, ανακοινώσεις, πολιτιστικές δραστηριότητες κ.ο.κ.).  Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πολυτεχνείου Κρήτης, που φοιτητής καλείται να απολογηθεί στην κοσμητεία υπό το πρόσχημα της αφισορρύπανσης. Τέτοιες ενέργειες βάζουν στο στόχαστρο τον φοιτητικό συνδικαλισμό και παρουσιάζουν τα φοιτητά με πολιτική υπόσταση ως εγκληματίες που βανδαλίζουν τους χώρους του πανεπιστημίου, χώρους που στην πραγματικότητα τους ανήκουν.

Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο προστίθενται και οι κάμερες με τις οποίες παραβιάζονται τα προσωπικά δεδομένα κάθε μέλους της ακαδημαϊκής κοινότητας καθώς το θέτει υπό συνεχή επιτήρηση  όσο βρίσκεται μέσα στον πανεπιστημιακό χώρο. Το μέτρο αυτό συμβαδίζει με τα πειθαρχικά καθώς το κύκλωμα παρακολούθησης θα επιβεβαιώνει τις αξιόποινες για την κυβέρνηση πράξεις. Στόχευση είναι ο εντοπισμός όσων αναπτύσσουν ριζοσπαστικές δράσεις και ο περιορισμός τους. Παράλληλα, γίνεται αντιληπτό ότι το μέτρο της χρήσης των καμερών δεν θα χρησιμεύει μονάχα ως αποδεικτικό μέσο στοχοποίησης και ποινικοποίησης των δράσεων του φοιτητικού κινήματος και των αγωνιζόμενων κομματιών του πανεπιστημίου, αλλά στην ουσία του εντάσσεται σε έναν ευρύτερο μηχανισμό πειθάρχησης και καταστολής. Πιο συγκεκριμένα, είναι φανερό ότι έχει στόχο να δημιουργήσει ένα ασφυκτικό καθεστώς τρόμου για τη φοιτητιώσα νεολαία, η οποία θα παρακολουθείται διαρκώς μέσα στους κοινωνικούς και πολιτικούς της χώρους, χωρίς να έχει επίγνωση του ποιος βρίσκεται πίσω από τις κάμερες να την παρακολουθεί, με αποτέλεσμα να μην ενεργεί ελεύθερα, υπό τον φόβο της συνεχούς επιτήρησης.

Η αποπολιτικοποίηση του πανεπιστημίου που αποτελεί στόχο όλων των προηγούμενων μέτρων επιτυγχάνεται και με τον αποκλεισμό του ίδιου από την κοινωνία μέσω της ελεγχόμενης πρόσβασης. Ανέκαθεν όσα διαδραματίζονται μέσα στο πανεπιστήμιο συνδέονταν με τα κοινωνικά κινήματα, δίνοντας έτσι χώρο και φωνή στα καταπιεσμένα υποκείμενα (μετανάστριες, πρόσφυγες, άστεγοι, λοατκι). Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, παύει να είναι ένας δημόσιος χώρος, ανοιχτός προς όλη την κοινωνία ενώ παράλληλα η γνώση που μεταδίδεται σε αυτόν δεν κοινωνείται εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Το πιο σκληρό μέτρο με έντονο ιδεολογικό πρόσημο είναι η σύσταση της πανεπιστημιακής αστυνομίας (ΟΠΠΙ) και αυτό γιατί εγκαθιστά τον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους εντός των πανεπιστημίων, καταργώντας στην ουσία και το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων. Η ΟΠΠΙ έρχεται να διασφαλίσει την εφαρμογή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και παράλληλα να διαμορφώσει ένα πειθαρχημένο φοιτητικό σώμα. Ένα σώμα που θα αποτελείται από πειθήνιους φοιτητές πλήρως υποταγμένους στο δόγμα «Νόμος και Τάξη» που έχει στην συνολική της πολιτική ατζέντα η Ν.Δ. Άλλωστε, η νεολαία βρίσκεται μονίμως στον στόχαστρο της κυβέρνησης , επειδή μπορεί να αποτελέσει το πιο ρηξιακό κομμάτι της κοινωνίας.  Έτσι, πέρα από την ιδεολογική εμπέδωση της πειθάρχησης στην νεολαία, θα έχει δημιουργηθεί ένα πρόσφορο έδαφος, χωρίς αντιστάσεις, για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στην 3οβάθμια εκπαίδευση που θα υποβαθμίζουν τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της και την περαιτέρω εισχώρηση του ιδιωτικού κεφαλαίου στα ιδρύματα. Αυτό αποτελεί ευθεία επίθεση στις διαδικασίες του φοιτητικού συλλόγου και στους αγώνες που εκκινούν από το πανεπιστήμιο (από μία μικρή φοιτητική κινητοποίηση μέχρι μία μεγάλη κατάληψη). Συμπληρώνει, λοιπόν, το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο της κυβέρνησης για την καταστολή των αγώνων ώστε να πετύχει την εξάλειψη κάθε αντίδρασης στις πολιτικές της.

Ο νόμος αυτός άλλαξε τον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια με την θέσπιση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, η οποία αποκλείει μαθητές και μαθήτριες απ’ την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια, όπως είδαμε χαρακτηριστικά να συμβαίνει φέτος. Η ΕΒΕ είναι ένα μέτρο που προωθεί την έννοια της αριστείας με αποτέλεσμα να εντατικοποιεί από πολύ νωρίς την καθημερινότητα του μαθητή και να τον στρέφει ακόμα πιο έντονα στην παραπαιδεία. Επιπλέον, πλήττει ιδιαίτερα μαθήτριες από τα πιο ταξικά στρώματα της κοινωνίας, οι οποίες δυσκολεύονται περισσότερο να αντεπεξέλθουν στο κόστος των φροντιστηρίων. Η ΝΔ αποσκοπεί με το μέτρο αυτό στη διοχέτευση όσων αποφοίτων λυκείου δεν καταφέρνουν να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είτε απευθείας στην αγορά εργασίας είτε σε μεταλυκειακές δομές, δηλαδή σε δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ, καθώς και σε ιδιωτικά κολλέγια, των οποίων μάλιστα τα πτυχία έχουν ισοτιμηθεί με τα πτυχία των ΑΕΙ, με πρόσφατο νόμο της κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώκει τη δημιουργία ενός μικρότερου δημόσιου πανεπιστημίου, άρα και ακόμη λιγότερων κρατικών δαπανών προς την εκπαίδευση, ενώ, ειδικά η ενίσχυση των ΙΕΚ μεταφράζεται σε απόφοιτους υψηλότερης ειδίκευσης, με χαμηλότερο μοφωτικό επίπεδο και χαμηλότερη εργασιακή προοπτική, που θα είναι έτοιμοι να στελεχώσουν ένα εύρος επαγγελμάτων  παροχής υπηρεσιών στις πιο παραγωγικές τους ηλικίες. Επιδιώκει τη δημιουργία μιας νεολαίας που εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου την εκάστοτε χρονική στιγμή, σπουδάζει λιγότερο, δουλεύει άμεσα, δεν ριζοσπαστικοποιείται και αποδέχεται μια επαγγελματική προοπτική της «επιβίωσης».

2)           Νέος χάρτης σχολών – Υποχρηματοδότηση – Αξιολόγηση

Τα αποτελέσματα της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής έγιναν εμφανή με την απογοητευτική εξέλιξη, τμημάτων να μένουν με κανέναν ή ελάχιστους πρωτοετείς εισακτέους. Λογική συνέπεια του παραπάνω είναι, τέτοια τμήματα και σχολές που επί τω πλείστων είναι είτε μη οικονομικά ανταποδοτικές, είτε έχουν χαμηλή ζήτηση, να οδηγούνται σε κλείσιμο ή σε συγχωνεύσεις με άλλα αντίστοιχης κατάστασης τμήματα. Είναι προφανές πως μία τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει στην αναδιάταξη του χάρτη σχολών, μία κατεύθυνση που έχει ως στόχο την συνύπαρξη σε αυτόν δημοσίων πανεπιστημίων και άλλων εκπαιδευτικών δομών, δημοσίων και ιδιωτικών (ΔΙΕΚ/ΙΕΚ, ιδιωτικά κολλέγια).

Παράλληλα, υπάρχει όλα αυτά τα χρόνια μία συντεταγμένη προσπάθεια υποβάθμισης του δημοσίου και δωρεάν πανεπιστημίου μέσω της συνεχώς μειούμενης κρατικής χρηματοδότησης. Τα ιδρύματα, λοιπόν, στρέφονται στην λύση της αυτοχρηματοδότησης. Αναζητούν πόρους από εταιρίες ή κάνουν συμπράξεις με το ιδιωτικό κεφάλαιο για την παραγωγή έρευνας. Συνεπώς, σχολές που δεν αποτελούν πεδίο κερδοφορίας και ασφαλούς επένδυσης για τις επιχειρήσεις, λόγω του γνωστικού αντικειμένου, υποβαθμίζονται διαρκώς. Ένα βασικό απότοκο της υποχρηματοδότησης των πανεπιστημίων, αποτελούν οι τραγικές ελλείψεις στις φοιτητικές παροχές. Το γεγονός πως τα πανεπιστήμια αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες των φοιτητών/τριών, συνιστά  ουσιαστικά αφαίρεση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα του πανεπιστημίου αφού πολλές φορές οι ίδιες οι φοιτήτριες καλούνται να καλύψουν τα κόστη αυτά από την τσέπη τους. Ταυτόχρονα, οδηγεί τα ιδρύματα στο να μεταθέτουν την κάλυψη των αναγκών όπως η σίτιση και η στέγαση σε εργολάβους (με ότι αυτό συνεπάγεται όσον αφορά την ποιότητα των παροχών), δίνοντάς τους την δυνατότητα κερδοφορούν εις βάρος των φοιτητών αλλά και των εργαζομένων που εργάζονται με επισφαλείς συνθήκες εργασίας.

Επιπλέον μείωση της χρηματοδότησης προκαλείται παράλληλα και από τον νόμο περί αξιολόγησης που πέρασε η ΝΔ το 2020. Με πρόσχημα έννοιες όπως «εκσυγχρονισμός» και «ανταγωνιστικότητα» συστήνεται μία ανεξάρτητη αρχή που αξιολογεί τα Ιδρύματα. Όσα από αυτά πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια θα παίρνουν το 20% της υπάρχουσας χρηματοδότησης με μορφή μπόνους. Τα ιδρύματα λοιπόν για να λάβουν πλήρη χρηματοδότηση θα πρέπει να πληρούν κριτήρια σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, την ερευνητική δραστηριότητα και δράσεις εξωστρέφειας του ιδρύματος. Τα κριτήρια αυτά στην πραγματικότητα συνδέονται με την εφαρμογή πτυχών αντιδραστικών νομοσχεδίων, ασκώντας πίεση στις διοικήσεις να υλοποιήσουν και την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, εντατικοποιώντας τους ρυθμούς και τα προγράμματα σπουδών για την κάλυψη της χρηματοδότησής τους. Όσα ιδρύματα δεν καταφέρουν να λάβουν αυτό το μπόνους, θα αναγκαστούν να στραφούν σε μορφές αυτοχρηματοδότησης, όπως η επιβολή διδάκτρων σε μεταπτυχιακά αλλά πλέον και προπτυχιακά ξενόγλωσσα προγράμματα (όπως συμβαίνει στην Φιλοσοφική ΕΚΠΑ) και η αναζήτηση πόρων από το ιδιωτικό κεφάλαιο για την παραγωγή έρευνας.

Από την άλλη, τα κριτήρια της αξιολόγησης σε καμιά περίπτωση δεν είναι βασισμένα σε αντικειμενικά κριτήρια αλλά κρίνουν ουσιαστικά την οικονομική ανταποδοτικότητα του κάθε ιδρύματος και βαδίζουν σε μια συγκεκριμένη ιδεολογική νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση που συνεπάγεται είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου στα πανεπιστήμια. Η όλο και πιο ενεργή εμπλοκή ιδιωτών και αυξανόμενη αναγκαιότητά τους για την λειτουργία των ιδρυμάτων πέρα από το γεγονός ότι βάλει τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα τους έχει σοβαρές συνέπειες και στην ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης. Τόσο το πρόγραμμα σπουδών, όσο και η παραγόμενη έρευνα καθορίζονται και μεταβάλλονται διαρκώς από τα συμφέροντα του ιδιωτικού κεφαλαίου και τις απαιτήσεις της αγοράς με συνέπεια αφενός την απώλεια της κοινωνικής χρησιμότητας της γνώσης και αφετέρου την συρρίκνωση του περιεχομένου των πτυχίων, οδηγώντας τις φοιτήτριες στην ειδίκευση και όχι την συνολική εποπτεία του επιστημονικού τους αντικειμένου.

3)           Συμβούλια Ιδρύματος – Ενιαία ψηφοδέλτια

Σε παρόμοια λογική βρίσκονται και οι εξαγγελίες της Υπουργού Παιδείας για τα Συμβούλια Ιδρύματος (ΣΙ), οι οποίες φαίνεται να κινούνται με γνώμονα το νόμο Διαμαντοπούλου. Συγκεκριμένα, στόχος είναι ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του Πρύτανη και της Συγκλήτου, με τη θεσμική αναβάθμιση των ΣΙ, αφήνοντας ταυτόχρονα, ανοιχτό το ενδεχόμενο, ο Πρύτανης να μην προκύπτει από ψηφοφορία, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, αλλά να ορίζεται από τα Συμβούλια Ιδρύματος, χωρίς δηλαδή την πολιτική νομιμοποίηση της Πανεπιστημιακής κοινότητας. Το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης κατά τον προηγούμενο χρόνο, σχετικά με την αλλαγή στον τρόπο εκλογής των πρυτανικών αρχών, με την μη δυνατότητα συμμετοχής των διοικητικών υπαλλήλων του ιδρύματος σε αυτές, κινείται ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, το γεγονός πως σε σημαντικό ποσοστό θα απαρτίζονται από εξω-πανεπιστημιακά μέλη (κόσμο των επιχειρήσεων, της πολιτικής ηγεσίας, επενδυτές κλπ), εγείρει προβληματισμούς σχετικά με τη δημοκρατική φύση και τη διαφάνεια των οργάνων και των διαδικασιών τους, καθώς άτομα εκτός του χώρου του Πανεπιστημίου, θα έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν για ένα χώρο ξένο από αυτούς, χωρίς τη συμπερίληψη της άποψης αλλά και της επίβλεψης της Πανεπιστημιακής κοινότητας, ασκώντας τα υποκειμενικά τους κριτήρια και εκπροσωπώντας τα εκάστοτε συμφέροντά τους.  Συμφέροντα που λόγω της φύσης των μελών, θα καταστήσουν το Πανεπιστήμιο ακόμα περισσότερο υποταγμένο στις επιταγές και τις ανάγκες της Αγοράς. Αυτό το μοντέλο λειτουργίας, λιγότερο μας θυμίζει ένα Πανεπιστήμιο και περισσότερο μια επιχείρηση, που οι αποφάσεις παίρνονται με γνώμονα αποκλειστικά το κέρδος και την οικονομική ανταποδοτικότητα, ενώ ταυτόχρονα, αυτοί, αυτές και αυτά, που επηρεάζονται άμεσα, δεν έχουν χώρο στο τραπέζι λήψεως αποφάσεων.

Η παρέμβαση του Υπουργείου στη λειτουργία του Πανεπιστημίου, δε σταματά όμως στα ΣΙ, καθώς με τις εξαγγελίες, για θέσπιση ενιαίων ψηφοδελτίων, στις φοιτητικές εκλογές, επιχειρείται επέμβαση και στον τρόπο λειτουργίας των Φοιτητικών Συλλόγων, μία ευθεία επίθεση στην ανεξαρτησία και την αυτονομία τους. Η ψήφος σε άτομα και όχι σε πολιτικές δυνάμεις, συνιστά και την αποπολιτικοποίηση των εκλογών, αφού δεν ψηφίζεις πολιτικό πλαίσιο, ενώ αντίθετα προωθείται ο ατομικός δρόμος, εξοπλίζοντας με εξουσία ξεχωριστά άτομα. Τα ενιαία ψηφοδέλτια αποτελούν ενα ιδεολογικό μέτρο το οποίο έρχεται να αντιπαλέψει την πολιτικοποίηση στα πανεπιστήμια. Η επιλογή πολιτικού σχεδίου στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας θεωρείται ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα από το ίδιο το κυρίαρχο αφήγημα, επομένως η αφαίρεση αυτού του δικαιώματος στις εκλογές εντός των πανεπιστημίων, είναι κάτι το οποίο εκφεύγει ακόμα και του αστικού αφηγήματος, αποδεικνύοντας έτσι την αντιδημοκρατικότητα του μέτρου. Με αυτόν τον τρόπο χάνεται η έννοια της συλλογικής ταυτότητας και της συλλογικής διεκδίκησης, αναπόσπαστα κομμάτια των νικηφόρων αγώνων του Φοιτητικού σώματος. Αναγνωρίζουμε ότι οι εκλογές δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε το ένα και μοναδικό κεντρικό γεγονός στο οποίο αρκείται η δράση μας. Αποτυπώνουν, όμως, τις κινηματικές διαδικασίες και την πολιτική ζύμωση μέσα στους συλλόγους, της χρονιάς που προηγήθηκε, όπως επίσης, μας φέρνουν και σε καλύτερες θέσεις μάχης εντός των Διοικητικών Συμβουλίων, συνεπώς, αποτελούν κομμάτι της παρέμβασής μας στις σχολές. Σε συνέχεια λοιπόν του νόμου Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη, τίθενται στο στόχαστρο, για ακόμα μια φορά ο πολιτικός χαρακτήρας του Πανεπιστημίου και επιχειρείται η παύση οποιαδήποτε μορφής ουσιαστικής πολιτικοποίησης εντός των κοινωνικών μας χώρων, οι οποίοι θέλουν να γίνουν αποστειρωμένοι από πολιτικές συζητήσεις και κενοί ιδεών, αντιδράσεων και αναταραχών.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια κλειστών σχολών, επιστρέφουμε στους κοινωνικούς μας χώρους και καλούμαστε να παρέμβουμε στους συλλόγους μας, αντιλαμβανόμενα την επανοικειοποίηση των κοινωνικών μας χώρων εκ νέου ως μια συνεχή στοχοθεσία. Η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το φοιτητικό υποκείμενο, με την απουσία του από τις διαδικασίες του συλλόγου, την πολιτική συζήτηση και ζύμωση φέρνει στο προσκήνιο πολλές δυσκολίες στην παρέμβασή μας. Αυτές καθιστούν αναγκαίο για εμάς επιστρέφοντας να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά με τους συμφοιτητές και τις συμφοιτήτριές, ανοίγοντας στην παρέμβαση μας τα επιμέρους ζητήματα της κάθε σχολής, τα οποία τους πλήττουν. Έτσι θα μπορέσουμε να πιάσουμε τον παλμό των φοιτητ(ρι)ών των σχολών μας λαμβάνοντας υπόψη τους έντονους ρυθμούς σπουδών που χαρακτηρίζουν την φοιτητική καθημερινότητα διεκδικώντας ανθρώπινους όρους σπουδών και αντιπαλεύοντας προβλήματα σε μαθήματα που δημιουργούν ασφυκτικό πλαίσιο φοίτησης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα μαθήματα-αλυσίδες, μαζικά κοψίματα, θέματα επαγγελματικής κατάρτισης, επαγγελματικών δικαιωμάτων καθώς και περιπτώσεις καθηγητικής αυθαιρεσίας, έτσι ώστε να πετύχουμε αναβρασμό και διεκδικήσεις εντός κι εκτός σχολών. Τα απτά αιτήματα και οι μικρές υλικές νίκες για ζητήματα που απασχολούν άμεσα τους φοιτητές/τριες είναι αναγκαία τόσο για να παλεύουμε για την καθημερινή βελτίωση των όρων σπουδών μας, όσο και για την ενσωμάτωση των φοιτητικών υποκειμένων σε μια συλλογική και αγωνιστική τροχιά.

Χρέος μας είναι λοιπόν να έρθουμε αντιμέτωπες με την χρόνια απονομιμοποίηση των συλλογικών διαδικασιών και μέσω της παρέμβασης μας να επιτύχουμε την μαζικοποίηση τους και την ενεργή συμμετοχή των ανένταχτων φοιτητών σε αυτές. Γι’ αυτό προτάσσουμε έναν διαφορετικό τρόπο παρέμβασης και ένα άλλο πρόσωπο φοιτητικού συνδικαλισμού, ο οποίος προκύπτει μέσα από την αντίληψή μας σχετικά με αυτόν. Είναι σημαντικό να αποποινικοποιήσουμε το φοιτητικό συνδικαλισμό στα μάτια των φοιτητικών υποκειμένων, καθώς για εμάς αποτελεί ένα μέσο, με το οποίο στοχεύουμε να μετατοπίζουμε συνειδήσεις μέσα στο πανεπιστήμιο χρησιμοποιώντας τον διάλογο και την πολιτική συζήτηση, χωρίς να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως αυθεντίες.  Είναι αναγκαίο ακόμη να εμπλουτίσουμε με δημιουργικό τρόπο τα υπάρχοντα μέσα παρέμβασης μας χωρίς να θεωρούμε τις ανένταχτες φοιτήτριες παθητικές δέκτριες αλλά εμπλέκοντάς τες ενεργά σε κάθε διαδικασία και δράση του συλλόγου, χρησιμοποιώντας έναν πιο γειωμένο λόγο στα κείμενα μας αλλά και αξιοποιώντας εναλλακτικά μέσα παρέμβασης όπως ακτιβιστικές δράσεις, καλλιτεχνικά δρώμενα, μικροφωνικές και πολιτικές εκδηλώσεις.

Ακόμη θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη. Παρά την προσωρινή μη είσοδο της ΟΠΠΙ  στις σχολές μας, οι υπόλοιπες διατάξεις του νόμου έρχονται να πλήξουν την καθημερινότητα του φοιτητή και της φοιτήτριας (κάμερες, κάρτα εισόδου, πειθαρχικά). Ως Αρ.Εν. παρόλο που αναγνωρίζουμε τη σημασία όλων των πτυχών του νόμου, τις οποίες καλούμαστε να ανοίγουμε, πρέπει να θέσουμε εκείνες τις αιχμές, οι οποίες πρόκειται να συσπειρώσουν τον φοιτητικό κόσμο γύρω από τη μη εφαρμογή του νόμου Κεραμέως – Χρυσοχοΐδη.

Τους παραπάνω κόμβους, καθώς και άλλους που σχετίζονται με την κοινωνία, τους ανοίγουμε στους φοιτητικούς μας συλλόγους μέσα από τα όργανά τους (ΓΣ, ΔΣ). Η Γενική Συνέλευση μαζί με τα Διοικητικά Συμβούλια αποτελούν τα όργανα των Συλλόγων που διασφαλίζουν την δημοκρατία μέσα σε αυτούς. Γι’ αυτό, είναι αναγκαία η μαζικοποίηση των συλλογικών διαδικασιών των ΦΣ, ώστε να είναι και πιο προσιτές και αποτελεσματικές μέσω της συμμετοχής όλων των φοιτητ(ρι)ών και οι αποφάσεις που προκύπτουν από αυτές να είναι κτήμα όλων μας, προκρίνοντας πλαίσια που δεν είναι μαξιμαλιστικά. Οι παθογένειες των ΓΣ, όπως μικροπολιτικές διαφωνίες και η δημιουργία αισθήματος ιεραρχίας μεταξύ συνδικαλιστ(ρι)ών και ανένταχτων, αποτρέπουν τους τελευταίους να ξανακάνουν κτήμα τους τις συλλογικές διαδικασίες του ΦΣ τους. Χρειάζεται να διασφαλίσουμε ένα πλαίσιο ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης και ζύμωσης που θα εμπνεύσει τους/ις φοιτητές/τριες να συμμετάσχουν τόσο με την παρουσία τους, όσο και με τον λόγο τους. Η ανοιχτή συγγραφή πλαισίου και η σύνθεσή του κατά τη διάρκεια της συνέλευσης, μαζί με ανένταχτο κόσμο κι άλλες δυνάμεις αναδεικνύει έμπρακτα τη συμμετοχή του κόσμου στις Γενικές Συνελεύσεις αλλά και τον συλλογικό τους χαρακτήρα.

Είναι αναγκαίο ακόμη να αντιτασσόμαστε σε κάθε διοίκηση, η οποία επιτίθεται στο φοιτητικό συνδικαλισμό, στον τρόπο που οργανώνονται οι φοιτήτριες και διεκδικούν τα συμφέροντά τους και που υιοθετεί το κυβερνητικό αφήγημα, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να φέρνει την αστυνομία μέσα στις σχολές και να εφαρμόζει διατάξεις του νόμου (σύσταση επιτροπών ασφαλείας, θέσπιση ΕΒΕ, πειθαρχικά κλπ.). Για αυτό το λόγο, η ευθεία αντιπαράθεση με αυτές τις διοικήσεις θα πρέπει να είναι κύριο μέλημα της Αριστερής Ενότητας το επόμενο διάστημα. Αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί πιο εύκολα και με το αίτημα για δια ζώσης συνεδριάσεις των οργάνων διοίκησης, οι οποίες συνεχίζουν να γίνονται ηλεκτρονικά με πρόσχημα την πανδημία, ούτως ώστε να αμβλυνθεί η δυνατότητα αντίδρασης και παρέμβασης από όλους τους φοιτητές/τριες. Πρέπει, τέλος, να αναζητήσουμε συμμαχίες και κοινή πορεία με μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας (καθηγητές/τριες, εργαζόμενους/ες των πανεπιστημίων) στήνοντας έτσι ένα πανεκπαιδευτικό κίνημα ενάντια στο νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη.

Ερχόμαστε ακόμα αντιμέτωπα με το γεγονός ότι επειδή δεν λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, να εφευρίσκονται με πρόσχημα αυτή, τρόποι που ουσιαστικά κανονικοποιούν την λογική της ελεγχόμενης πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο, εξοικειώνοντας τους φοιτητές με αυτή, προλειαίνοντας το έδαφος για την εφαρμογή πτυχών του νόμου Κ-Χ όπως οι κάρτες εισόδου. Ενώ σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά εμβολιασμού εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας, ουσιαστικοί τρόποι αντιμετώπισης της πανδημίας δεν λήφθηκαν,  είδαμε ότι το μοναδικό μέτρο που πάρθηκε ήταν ο έλεγχος στις εισόδους, ο διαχωρισμός εμβολιασμένων και μη που δρα εκδικητικά ενάντια στους ανεμβολίαστους φοιτητές που τους υποχρεώνει να πληρώνουν 20 ευρώ για να μπουν στη σχολή τους. Είναι ξεκάθαρη πολιτική επιλογή να αναγκάζονται οι φοιτήτριες να δείχνουν ταυτότητες και πάσο σε ιδιωτικούς υπαλλήλους-σεκιούριτι που καμία σχέση δεν έχουν με το ίδρυμα και που προφανώς δεν έχουν κανένα ρόλο και καμία γνώση ως προς τη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Αποτελεί παραλογισμό  ο έλεγχος στο ανοιχτό δημόσιο χώρο του πανεπιστημίου, δηλαδή στα προαύλια μας, ενώ δε συμβαίνει πουθενά αλλού. η επίδειξη πάσο, ταυτοτήτων ή και των edupass στις εισόδους των ιδρυμάτων και θα πρέπει να μη γίνεται ανεκτό από κανένα μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Όσον αφορά το άνοιγμα των σχολών, βασικό μας αίτημα είναι η πρόσβαση για όλους/όλες/όλα μας στα πανεπιστήμια με ίσους όρους. Αυτό σημαίνει ότι διεκδικούμε δωρεάν rapid test χωρίς καμία επιβάρυνση καθώς και πύκνωση δρομολογίων των ΜΜΜ. Διεκδικούμε την εξ ολοκλήρου διεξαγωγή μαθημάτων με φυσική παρουσία στην κατεύθυνση της αποφυγής δημιουργίας φοιτητ(ρι)ών με πολλαπλές ταχύτητες, θεωρώντας ότι τα υβριδικά μοντέλα διεξαγωγής μαθημάτων αδυνατούν να καλύψουν τους υγιείς και συμπεριληπτικούς όρους που θέλουμε να πραγματοποιούνται οι σπουδές μας. Βασικό μας αίτημα είναι λοιπόν οι σχολές να είναι συμπεριληπτικές και για άτομα με αναπηρία διεκδικώντας τα απαραίτητα μέσα για την πρόσβαση τους και την συμμετοχή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία (ράμπες ή/και λειτουργικους ανελκυστήρες, διαθέσιμα συγγράμματα σε σύστημα μπραιγ, μικρόφωνα για άτομα με μερική ή ολική βαρηκοΐα κοκ.) Ταυτόχρονα, ισότιμη πρόσβαση σημαίνει να μην αποκλείεται κάνεις, καμία και κανένα από την εκπαιδευτική διαδικασία λόγω οποιασδήποτε φύσης φραγμών, ταξικών και μη.

Στο ίδιο πλαίσιο του ανοίγματος των σχολών, πάγια αιτήματά μας που αφορούν προσλήψεις καθηγητικού και καθαριστικού προσωπικού, δημιουργία περισσότερων υποδομών εντός ή κοντά στις σχολές και αποσυμφόρηση των ασφυκτικά γεμάτων αιθουσών, είναι πιο επίκαιρα από ποτέ και είναι βασικό να πλαισιώνουν την παρέμβασή μας. Τα παραπάνω προβλήματα σχετίζονται με την χρόνια υποχρηματοδότηση του δημόσιου πανεπιστημίου από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, η οποία δυσχεραίνει την καθημερινότητα του φοιτητή. Πιο συγκεκριμένα, η ελλιπής φοιτητική μέριμνα, με την απαράδεκτη κατάσταση των εστιών και της σίτισης, καθώς και οι παροχές που μειώνονται διαρκώς, αποτελούν ζητήματα που πλήττουν το φοιτητικό υποκείμενο και καθιστούν αναγκαία την παρέμβασή μας σε αυτά. Ως Αριστερή Ενότητα οφείλουμε να συμμετέχουμε στον αγώνα των φοιτητών και των φοιτητριών που μένουν στις εστίες, αναδεικνύοντας τα αιτήματα τους ώστε να γίνουν κτήμα των φοιτητικών συλλόγων. Για να επιλυθούν τα παραπάνω πέρα από κεντρικές κινητοποιήσεις με θέμα την υποχρηματοδότηση της δημόσιας, δωρεάν παιδείας, πρέπει να προβούμε και σε μαζικές κινητοποιήσεις και παρεμβάσεις των φοιτητικών μας συλλόγων στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων (ΓΣΤ, προέδρους, κοσμητείες) για τα επιμέρους προβλήματα των τμημάτων.

Η αντίληψη του πανεπιστημίου ως χώρου ανοιχτού και συνδεδεμένου με την κοινωνία δημιουργεί την ανάγκη να παρεμβαίνουμε εντός αυτού και για θέματα που αφορούν το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Η πρόσφατη οικολογική καταστροφή με τις πυρκαγιές ως απόρροια της κλιματικής αλλαγής άνοιξε ένα διάλογο εντός της κοινωνίας για την περιβαλλοντική κρίση και τις συνέπειες της. Αντιλαμβανόμενοι λοιπόν τόσο την ανησυχία πάνω σε αυτό το ζήτημα όσο και την ανάγκη για δράση και απάντηση, είναι σημαντικό η παρέμβαση μας να συμπεριλαμβάνει τα ζητήματα αυτά και να αναδεικνύει το κύριο αίτιο αυτής της κρίσης η οποία είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Μπορούμε ακόμα να δώσουμε έμπρακτες απαντήσεις μέσα από πρωτοβουλίες και να στηρίξουμε κινητοποιήσεις για το κλίμα, έχοντας μια ριζοσπαστική αιτηματολογία.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχολεί όλο το σύνολο της κοινωνίας είναι οι  γυναικτονίες και γενικότερα η καταπίεση που βιώνουν στην καθημερινότητα τους τα έμφυλα υποκείμενα μέσα στην πατριαρχία. Για να παλέψουμε κάθε μορφή έμφυλής βίας, τόσο εκτός όσο και εντός των σχολών μας, πρέπει να ιεραρχούμε το φεμινισμό στην παρέμβαση μας. Ως Αριστερή Ενότητα οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε νέα ζητήματα αισθητικής και φυσιογνωμίας και να έχουμε μία παρουσία και παρέμβαση που θα αντιτάσσεται σε πρότυπα “μάτσο” συνδικαλισμού, έτσι ώστε να καταφέρουμε οι σχολές μας και γενικά οι κοινωνικοί μας χώροι να αποτελούν ένα ασφαλές περιβάλλον, μακριά από κάθε σεξιστική συμπεριφορά. Αυτό μπορεί να γίνει τόσο μέσα από πρωτοβουλίες αλλά και δομές του συλλόγου οι οποίες θα προωθούν την ενημέρωση και την αυτομόρφωση πάνω σε ζητήματα της έμφυλης καταπίεσης, αλλά και θα παλεύουν ενάντια σε αυτήν μέσα στους κοινωνικούς μας χώρους. Παράλληλα είναι προωθητικό να  πραγματοποιούμε εργαστήρια φύλου ώστε μέσα από την αυτομόρφωση να εξαλείψουμε κάθε σεξιστική και παραβιαστική συμπεριφορά και να ανανεώσουμε μια σειρά πραγμάτων όπως ο λόγος μας. Έτσι στηρίζουμε τις αυτοοργανωμένες ομάδες θηλυκοτήτων και lgbtqi+ ατόμων και τις ομάδες φύλου που δημιουργούνται σε διάφορες σχολές και προσπαθούμε ώστε να πολλαπλασιαστούν και αγωνιζόμαστε όλα μας για την κοινωνική χειραφέτηση.

Η μαζικοποίηση των συλλογικών διαδικασιών συνδέεται και με την παρουσία μας στον δρόμο, όπου θα πρέπει να αποτυπώνονται ο αναβρασμός και οι ζυμώσεις εντός σχολών. Χρειάζεται να επανανοηματοδοτήσουμε τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε και στηρίζουμε κινητοποιήσεις, ως επί το πλείστον όσον αφορά την παρουσία, τη φυσιογνωμία, και τη συμπεριφορά μας. Αποφεύγουμε και καταδικάζουμε τις ματσό συμπεριφορές, αφού κανένα χώρο δεν έχουν αυτές στην αιτηματολογία και τη στοχοθεσία μας. Παίρνουμε, λοιπόν, πρωτοβουλίες και έχουμε ενεργό συμμετοχή στο σχεδιασμό των κινητοποιήσεων. Όπως είμαστε συμπεριληπτικές στο λόγο και στην παρέμβασή μας, οφείλουμε σε εμάς τις ίδιες να είμαστε και στο δρόμο.

Ένας ακόμα τομέας που αφορά τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, είτε επειδή εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους, είτε επειδή αποτελούν μελλοντικούς εργαζόμενους, είναι τα εργασιακά και η επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι/ες τα τελευταία χρόνια. Είναι λοιπόν αναγκαίο, να καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε στους συλλόγους μας την άμεση αυτή σχέση μεταξύ φοιτητριών και εργαζομένων και να στηρίξουμε κινητοποιήσεις και απεργίες σωματείων, ώστε να δημιουργηθεί και μέσα στις σχολές μας κλίμα αντίδρασης και αμφισβήτησης της εργοδοσίας και της εργασιακής εκμετάλλευσης.

Καθώς αντιλαμβανόμαστε το πανεπιστήμιο ως ένα χώρο που συνδέεται άμεσα με την κοινωνική πραγματικότητα, είναι κομβικής σημασίας, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες φασιστικές επιθέσεις σε φοιτητικούς συλλόγους και συνδικαλιστές, να είμαστε σε εγρήγορση και να ανοίγουμε και να γειώνουμε στους Συλλόγους μας ζητήματα που αφορούν τον αντιφασισμό. Να προχωρήσουμε σε αντιφασιστικές δράσεις  μέσα στις σχολές και τις γειτονιές μας  ώστε να αποτρέψουμε την διάδοση και αναπαραγωγή ρατσιστικών ιδεών τόσο στον πολιτικό λόγο όσο και στην καθημερινότητα., να εντείνουμε την εμπλοκή μας σε αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, αλλά και να αναβαθμίσουμε την συμμετοχή μας σε αντιφασιστικούς συντονισμούς που συμμετέχουμε (όπως στην Αθήνα στον Αντιφασιστικό Συντονισμό Αθήνας- Πειραιά). Μόνο μέσω του καθημερινού μας αγώνα μέσα στους κοινωνικούς μας χώρους και στον δρόμο θα καταφέρουμε να τσακίσουμε τον φασισμό.

ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ

Βασικό άξονα στην πολιτική μας αντίληψη αποτελεί σαφώς τόσο η ανασυνθετική διαδικασία ως η πρακτική μέσω της οποίας θα καταστεί δυνατή η δημιουργία μιας νέας προοπτικής για την αριστερά, όσο και η υπέρβαση πολιτικών διαφωνιών στη βάση της ενωτικής λογικής που χαρακτηρίζει την πολιτική μας ανάλυση. Ωστόσο, δεν βρισκόμαστε στην πρωταρχική συνθήκη με βάση την οποία ξεκινήσαμε αυτή την διαδικασία (είτε αυτή πέρασε από κοινές διαδικασίες μέχρι εκλογικά κατεβάσματα) και, σε κάθε περίπτωση, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε και να αναρωτηθούμε επί των βημάτων που έχουμε μετρήσει.

Ένα από τα σημαντικότερα μέσα που διαθέτουμε και δε χρησιμοποιούμε όσο συχνά θα έπρεπε στην Αριστερά, είναι η αυτοκριτική, μόνο γυρνώντας πίσω κοιτάζοντας τα λάθη μας, μπορούμε να κάνουμε αυτή τη διαδικασία να μετρήσει ουσιαστικά βήματα. Στο διάστημα που πέρασε, υπήρξαν φορές που δεν εμφανίσαμε όσο γρήγορα αντανακλαστικά ζητούσε η συγκυρία και συχνά απουσίαζε η δική μας προτροπή για κοινές διαδικασίες με τις δυνάμεις που έχουμε επιλέξει να συνεργαζόμαστε. Ταυτόχρονα, συχνά με μια ηττοπαθή διάθεση, υποτιμούσαμε τις δυνάμεις μας και καταλήγαμε να μην χρωματίζουμε με το δικό μας στίγμα τις κοινές μας διαδικασίες και τους συλλόγους που παρεμβαίνουμε, καθώς επίσης δεν καταφέραμε να θέσουμε τους όρους με τους οποίους οραματιζόμαστε να συμβαίνει η ανασύνθεση.  Αντίστοιχα, ήρθαμε αντιμέτωπες/οι με υπονομευτικές λογικές για τις ανασυνθετικές διαδικασίες από τις άλλες δυνάμεις, με αποτέλεσμα να απουσιάζει εν τέλει η υγιής πολιτική διαπάλη και να μπαίνουμε από κοινού σε πρακτικές συγκόλλησης αντί ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης και αλληλοζύμωσης. Όλα αυτά φάνηκαν ιδιαίτερα έντονα στην αλληλεπίδραση μας εντός των συλλόγων αλλά και σε κινητοποιήσεις, ενώ η φυσική απόσταση που επέβαλε η πανδημία και το λοκ νταουν αποδείχθηκε καταλυτική, όχι απλά για την ανασυνθετική διαδικασία, αλλά ακόμα και για την επικοινωνία και συνεννόηση μας ως πολιτικές δυνάμεις. Ως αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης, δεν καταφέραμε να κοινωνήσουμε την ανασυνθετική ιδέα στον ανένταχτο κόσμο και δεν καταφέραμε σε κάποιον βαθμό να τον εμπλέξουμε σε αυτή. Η όλη κουβέντα απομακρύνθηκε από τις ανάγκες των συλλόγων, με αποτέλεσμα να χαθεί ο στόχος της και σε αυτό  ευθυνόμαστε και εμείς, αφού είμαστε μια δύναμη που προωθεί και επιθυμεί την συμμετοχή του ανένταχτου κόσμου στις πολιτικές διαδικασίες.

Το όραμα της ανασύνθεσης δεν είναι μία πολιτική εμμονή, αλλά η πεποίθηση πως μέσω της σύμπλευσης της φοιτητικής αριστεράς μπορούμε να δώσουμε απάντηση στις κοινωνικές ανάγκες των σχολών, να  ανασυγκροτήσουμε τους φοιτητικούς μας συλλόγους αλλά και να εμπλέξουμε περισσότερο κόσμο σε αυτούς.  Χωρίς ποτέ να παραγκωνίζουμε το όραμα αυτό ως «δευτερεύον», γνωρίζοντας την επίθεση που εξαπολύεται με εμφανώς πιο έντονα χαρακτηριστικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αντιλαμβανόμαστε παράλληλα πως, παρότι η ανασυνθετική διαδικασία έχει μείνει στάσιμη, η  ύπαρξη  ενός ευρύτερου μετώπου των δυνάμεων της φοιτητικής αριστεράς παραμένει αναγκαία.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν πως οι ήδη υπάρχουσες πρωτοβουλίες μέσα στις σχολές, δεν αποτελούν ουσιαστική ανασύνθεση, αλλά λειτουργούν στην βάση της μετωπικής λογικής. Η δημιουργία μετώπων παρά τις όσες προβληματικές έχει, καταφέρνει να διατηρεί μία συσπείρωση των αριστερών δυνάμεων μέσα στους συλλόγους, πράγμα που κρίνεται αναγκαίο ειδικά στην συγκυρία που διανύουμε καθώς δημιουργείται έτσι ένας ενιαίος αγωνιστικός πόλος ενάντια και στις καθεστωτικές δυνάμεις(ΔΑΠ, ΠΑΣΠ). Σε αυτή τη διαδικασία είναι σημαντικό να παρεμβαίνουμε δυναμικά, βάζοντας μπροστά και τα δικά μας χαρακτηριστικά ως Αρ.Εν και παράλληλα προτάσσοντας και τον δικό μας σχεδιασμό για το φοιτητικό κίνημα, με όρους φυσικά όχι επιβολής, αλλά ουσιαστικής εμπλοκής μας. Θα πρέπει λοιπόν να διατηρήσουμε αυτές τις ενωτικές πρωτοβουλίες στις σχολές μας και να τις διευρύνουμε καλώντας εκ νέου σχήματα, εμπλέκοντας παράλληλα και τον  κόσμο των συλλόγων , χωρίς όμως να τρέφουμε αυταπάτες πως αυτά τα μέτωπα συνιστούν ανασυνθετική διαδικασία.

Πρέπει όμως να κάνουμε σαφές ότι τελικός στόχος μας δεν είναι απλώς μια ενωτική συμπόρευση των αριστερών δυνάμεων στις σχολές, αλλά η δημιουργία μια νέας φοιτητικής αριστεράς η οποία θα έρθει να καλύψει τα κενά που αφήνουν οι υπάρχουσες δυνάμεις. Η αριστερά αυτή θα πρέπει να είναι συμπεριληπτική και ανοιχτή, μακριά από την μικροπολιτική και τους μικροηγεμονισμούς. Θα πρέπει να απαντάει στα προβλήματα της φοιτητικής καθημερινότητας, όπως αυτά διαμορφώνονται ανά σχολή, ενώ παράλληλα θα ορθώνει σθεναρές αντιστάσεις στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Τέλος, δεν θα ξεχνά την άμεση σύνδεση του πανεπιστημίου με την κοινωνία και θα καταπιάνεται και με ευρύτερα ζητήματα τα οποία θα ανοίγει στις σχολές.

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΜΑΣ

Μέσα σε αυτήν τη συγκυρία, είναι πιο επιτακτικό από ποτέ να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε το δημόσιο, δωρεάν και μαζικό Πανεπιστήμιο, μέσω της παρέμβασής μας στους κοινωνικούς μας χώρους, αποτελώντας ζωτικό κομμάτι της κινηματικής Αριστεράς, δηλαδή της φοιτητικής Αριστεράς που θα θέτει πραγματικά αναχώματα στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και θα συνδέεται άρρηκτα με τα κοινωνικά κινήματα.

Είναι χρέος μας, λοιπόν, ως Αριστερή Ενότητα να διεκδικήσουμε μέχρι τέλους ένα Πανεπιστήμιο χωρίς ταξικούς, έμφυλους, φυλετικούς και κάθε είδους διαχωρισμούς. Ένα Πανεπιστήμιο ζωντανό, πλουραλιστικό και συμπεριληπτικό, όπου οι φοιτητές/τριες θα κοινωνικοποιούνται, θα αλληλοζυμώνονται και θα πολιτικοποιούνται, μακριά από τη λογική του ατομικού δρόμου. Ένα Πανεπιστήμιο όπου οι συλλογικές μας διεκδικήσεις θα φαντάζουν ως μονόδρομος απέναντι στις πολιτικές που τσακίζουν τα δικαιώματά μας και το μέλλον μας. Ένα Πανεπιστήμιο που θα μας χωράει όλους/ες/α, το Πανεπιστήμιο των Αναγκών μας.