Απόφαση Πανελλαδικού Διημέρου Αριστερής Ενότητας 4,5 Νοέμβρη 2017

Απόφαση Πανελλαδικού Διημέρου Αριστερής Ενότητας 4,5 Νοέμβρη 2017

Α. ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί πιστά τις πολιτικές τις λιτότητας και των μνημονίων , με σκοπό την αποπληρωμή ενός χρέους, για το οποίο η θέση μας είναι ότι δεν μας ανήκει και δεν σκοπεύουμε να το πληρώσουμε. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση στην προσπάθεια της να έχει μεγάλα πλεονάσματα και να κλείσει την 3η αξιολόγηση, ξεπουλάει τη δημόσια περιουσία σε ιδιώτες, υπερφορολογεί τα φτωχά λαϊκά στρώματα, προωθεί τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και καταργεί βασικά εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, τα οποία είχαν κατακτηθεί έπειτα από αγώνες δεκαετιών. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν είναι άτρωτη, δεν διαθέτει την κοινωνική νομιμοποίηση. Μάλιστα, αυτό αποδεικνύεται απ’ το ότι πρόσφατα ηττήθηκε στην μνημονιακή της δέσμευση για αξιολόγηση στο Δημόσιο όπου το 75% των δημοσίων υπαλλήλων συμμετείχε στην απεργία-αποχή, με αποτέλεσμα η υλοποίηση της αξιολόγησης στο δημόσιο να είναι ένα ανοιχτό θέμα του οποίου διακυβεύεται ακόμα η εφαρμογή του. H κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί πιστά τις πολιτικές της λιτότητας και των μνημονίων με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους το οποίο δεν πρέπει να βαραίνει τα λαϊκά στρώματα. Στο πλαίσιο αυτό η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να έχει μεγάλα πλεονάσματα και να κλείσει την 3η αξιολόγηση αναιρεί αγώνες δεκαετιών. Παράλληλα, παρά την θέσπιση από την κυβέρνηση της αξιολόγησης του δημοσίου τομέα που στόχο έχει σε περαιτέρω απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων,  οι εργαζόμενοι έδωσαν ισχυρό αγώνα αντίστασης με τα ποσοστά αποχής από τη διαδικασία να φθάνουν στο 80%. Οι κινηματικές αντιστάσεις σε όλα αυτά δεν είναι αντάξιες των καθηκόντων του κινήματος σε μια κρίση, με εξαίρεση τους αγώνες του κινήματος αλληλεγγύης στους πρόσφυγες, το σπάσιμο των πλειστηριασμών κάθε Τετάρτη στα δικαστήρια, αλλά και την αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους. Ωστόσο χρειάζεται η σύνδεση αυτών των αγώνων και συνολικοποίηση τους ενάντια στις ασκούμενες πολιτικές.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, από τη μία, η συνάντηση του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Γαλλίας, Μακρόν, σηματοδοτεί την πλήρη εναρμόνιση της κυβέρνησης με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ενώ από την άλλη, η επίσκεψη στον Τραμπ και η αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού επιβεβαιώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη μιλιταριστική κατεύθυνση της κυβέρνησης. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μια ακραία ρατσιστική πολιτική και είναι η ίδια που εγκλωβίζει τους πρόσφυγες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του θανάτου του πεντάχρονου παιδιού στη Μόρια. Σε συνέχεια αυτής της πολιτικής αντιμετώπισης των προσφυγικών ροών, ο πρωθυπουργός μαζί με το επιτελείο του, επισκέφθηκαν στον Λευκό οίκο τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump και τους ομόλογους υπουργούς του. Η συμφωνία η οποία υπογράφθηκε προβλέπει αναβάθμιση των ελληνικών f-16,κόστος το οποίο θα φτάσει τα 2 δις. και θα καλυφθεί από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, καθώς και υποδομών(αεροδρόμια και λιμάνια),αλλά και επέκταση της βάσης του ΝΑΤΟ στη Σούδα. Η ελληνική κυβέρνηση ομολογεί η ίδια ότι η εξωτερική της πολιτική ευθυγραμμίζεται με αυτήν των ΗΠΑ και ταυτόχρονα ‘’νομιμοποιεί’’ τον ακροδεξιό Τραμπ. Αυτή η συμφωνία έρχεται να εμπλέξει το ελληνικό κράτος ακόμα πιο βαθιά στους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑ στην Μέση Ανατολή και στις πολεμικές τους συγκρούσεις την στιγμή που η ελληνική κυβέρνηση συνεργάζεται με ιμπεριαλιστικές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ με στόχο το κέρδος. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η ενίσχυση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που δημιουργούν τα κύματα μετανάστευσης και αποτελούν της ρίζα του προβλήματος. Ταυτόχρονα, η Χρυσή Αυγή αποπειράται να ξανασηκώσει κεφάλι, με τις πλάτες της κωλυσιεργίας του δικαστικού συστήματος, επιτίθεται σε συνδικαλιστές, τραμπουκίζει δικηγόρους υπεράσπισης στην δίκη της και πραγματοποιεί θρασύδειλες επιθέσεις σε μετανάστες (στον Ασπρόπυργο, στο σπίτι του 11χρονου Αμίρ). Στο πλαίσιο αυτό, κοιτώντας και την τελευταία Σύνοδο Κορυφής των κρατών της ΕΕ που είχε ως βασική ατζέντα τη γεωπολιτική και στρατηγική αναβάθμιση στην ευρύτερη περιοχή, φανερώνεται ξεκάθαρα η πρόθεση της Ε.Ε να σκληρύνει τη στάση της απέναντι στους πρόσφυγες  μέσα από πολιτικές θεσμικού ρατσισμού που περιλαμβάνουν αυστηρότερο έλεγχο των συνόρων, αντίστροφες ροές από τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης, αναθεώρηση του κανονισμού του Δουβλίνου, που προβλέπει την επαναπροώθηση των προσφύγων στις χώρες πρώτης υποδοχής. Σε διεθνές επίπεδο, παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση της ακροδεξιάς, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα την άνοδο του εθνικού μετώπου στη Γαλλία, την είσοδο του AFD στην γερμανική βουλή για πρώτη φορά μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο ενώ στην Αμερική του Τραμπ, οι ακροδεξιοί πραγματοποιούν την επανεμφάνισή τους. Ακραία έκφραση αυτής της κατάστασης, αποτέλεσε η δολοφονία ακτιβίστριας στο Charlottesville.

Την στιγμή που χρυσαυγίτες δολοφόνοι του Παύλου Φύσσα κυκλοφορούν ελεύθεροι και ατιμώρητοι το κράτος αφού στέρησε πέντε χρόνια από την ζωή του Τάσσου Θεοφίλου, τώρα καταδικάζει άλλους δύο αθώους ανθρώπους. Η εκδικητική καταδίκη της Ηριάννας και του Περικλή, χωρίς κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο και η απόρριψη της αίτησης για αναστολή της ποινής τους συνοψίζουν τη σαθρότητα ενός ολόκληρου συστήματος και την προσπάθεια του να καταστείλει δικαιώματα και ελευθερίες που κρίνονται αυτονόητα, ποινικοποιώντας έτσι και τις κοινωνικές σχέσεις. Σε συνέχεια των παραπάνω, έρχεται να προστεθεί η απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου του Ναυπλίου που δεν αναγνώρισε την αυτοάμυνα απέναντι σε σεξουαλική επίθεση και καταδίκασε την 22χρονη Π.Α. σε 15 χρόνια και 4 μήνες κάθειρξη, αναγνωρίζοντας της μόνο κάποια ελαφρυντικά. Μέσα σε αυτό το φόντο, γίνεται σαφές ότι η δικαστική εξουσία έχει συγκεκριμένο ρόλο, επιβάλλοντας το δίκαιο του ισχυρού.

 Β1.ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Τα τελευταία χρόνια, η επίθεση που δέχεται η τριτοβάθμια εκπαίδευση εξαιτίας των εφαρμοζόμενων πολιτικών των εκάστοτε κυβερνήσεων, τείνει να οξύνεται όλο και περισσότερο. Η στόχευση δεν είναι άλλη από την σταδιακή μετάβαση από το μαζικό,δημόσιο,δωρεάν Πανεπιστήμιο στο Πανεπιστήμιο του Νεοφιλελέυθερισμού. Η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση για το πανεπιστήμιο συστήνεται από τη συνθήκη της Μπολόνια και τίθεται ως πάγια στόχευση του αστικού μπλοκ. Στην ελληνική πραγματικότητα οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις του μνημονιακού καθεστώτος νομιμοποίησαν την περαιτέρω επέλαση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων όπως επιβεβαιώνονται στο νόμο Διαμοντοπούλου-Αρβανιτόπουλου και το Νόμο Γαβρόγλου.

Εκδηλώθηκε, λοιπόν εκ μέρος των κυρίαρχων ένα σχέδιο για τη δημιουργία μίας «νέας εργατικής τάξης», νέας, όχι τόσο ως προς την ηλικία, αλλά ως προς τις εργασιακέ σχέσεις το σχέδιο αυτό έχει δύο μεθοδολογικές αφετηρίες: η πρώτη είναι η αποκοπή των νέων εργαζομένων από το υπόλοιπο σύνολο της εργατικής τάξης ως διακριτή κατηγορία και η δεύτερη η δημιουργία εργαζομένων πολλών ταχυτήτων στο εσωτερικό της νεολαίας

Η απαξίωση, η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι κάποια στοιχεία που προσπαθούν με τη σειρά τους να μετατρέψουν το Πανεπιστήμιο σε μια “εταιρία”, η οποία για να τα βγάλει πέρα θα είναι αναγκασμένη να στραφεί σε ιδιώτες/ιδιωτικές επιχειρήσεις  οι οποίοι/ες θα αναλαμβάνουν τη χρηματοδότηση τους και θα απολαμβάνουν στο τέλος τα οποιαδήποτε κέρδη, δείχνοντας μας έτσι πως η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και Πανεπιστημίου καλά κρατεί.

Τη στιγμή που η οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των φοιτητών/τριών δυσχεραίνεται όλο και περισσότερο λόγων των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, παρατηρούμε κάθε φορά στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους να εμφανίζονται προβλήματα που σχετίζονται με τη φοιτητική μέριμνα, όπως είναι η σίτηση, η στέγαση και η μετακίνηση των φοιτητών. Παροχές οι οποίες θα έπρεπε στην πραγματικότητα να θεωρούνται δεδομένες για όλους/όλες, βλέπουμε το Πανεπιστήμιο όχι μόνο να μη μας τις προσφέρει, αλλά να μας επιβαρύνει και με παραπάνω έξοδα, καθώς οι οποιεσδήποτε ιδιωτικές επειχειρήσεις αναλαμβάνουν να καλύψουν τη σίτηση/στέγαση/μετακίνηση των φοιτητών λειτουργούν με σκοπό το κέρδος και αφήνουν ξεκρέμαστους χιλιάδες φοιτητές που δεν έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν. Ακόμη, ένα ζήτημα που απασχόλησε τη φοιτητική κοινότητα τον τελευταίο μήνα περίπου είναι αυτό της διανομής των πανεπιστημιακών συγγραμάτων από τον εύδοξο, όπου ο ΣΕΕΒΙ ανακοίνωσε πως θα αναστείλει τη διαδικασία καθώς υπάρχουν χρέη από το εαρινό εξάμηνο του 15-16, δείχνοντας μας για ακόμη μια φορά πως τίποτα δε θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο την παρούσα στιγμή στη δημόσια και δωρεάν παιδεία που θέλουν να μας προσφέρουν. Το γεγονός ότι, και μετά από πιέσεις των ΦΣ, η διανομή των συγγραμμάτων θα γίνει κανονικά δεν πρέπει να μας εφησυχάζει καθώς το καθεστώς των εργολαβιών θέτει υπό συνεχή διακύβευση ακόμα και τις πιο στοιχειώδεις παροχές των φοιτητών, καθώς μοναδικό κριτήριο θεωρείται η συσσώρευση κερδών.

Είναι σαφές ότι αποτελεί στόχευση των κυρίαρχων η σύνδεση του πανεπιστημίου με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών σε πολλά τμήματα, παρατηρούμε ότι έχουν ως βασικότερο στόχο τη δημιουργία υποκειμένων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ικανότητες, οι οποίες θα ανταπεξέρχονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και της αγοράς εργασίας τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Πράγμα το οποίο δε δίνει τη δυνατότητα στους φοιτητές να αποκτήσουν πιο σφαιρικές γνώσεις σχετικά με τη σχολή τους και το αντικείμενο που τους ενδιαφέρει, αλλά να εξειδικευθούν σε συγκεκριμένες ανάγκες και να βγουν σε μια αγορά εργασίας που το μόνο που έχει να τους προσφέρει είναι εργασιακή επισφάλεια. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η υποβάθμιση των πτυχίων και η αποστοίχηση επαγγελματικών δικαιωμάτων από αυτό. Ενδεικτικό είναι το ζήτημα της διδακτικής επάρκειας, όπου στις λεγόμενες “καθηγητικές” σχολές, με βάση πρόταση του Ινσιτούτου Εκπαιδευτικής πολιτικής, το πτυχίο δεν θα εξασφαλίζει τη δυνατότητα διδασκαλίας, αλλά αυτή θα αποκτάται μέσω σεμιναρίων επι πληρωμή και γενικότερα δομές είτε πανεπιστημιακές, είτε εξωπανεπιστημιακές.

Ο κατακερματισμός των αντικειμένων σπουδών, η ταύτιση του τίτλου πτυχίου με επιμέρους κατευθύνσεις και η υπερειδίκευση έχουν ως αποτέλεσμα μία «γνώση» βαθιά χρησιμοθηρική, και ευθυγραμμισμένη με την κυρίαρχη αφήγηση, ανίκανη να προσφέρει συνολική εποπτεία αλλά και να έχει έναν χειραφετησιακό πρόσημο. Μία «γνώση» μάλιστα που παρέχεται μέσα από μια αυστηρά κάθετη και ιεραρχική διαδικασία, που θέλει τον φοιτητή πειθήνιο και παθητικό δέκτη χωρίς περιθώρια αμφισβήτησης και επερώτησης. Κάνουμε, λοιπόν, την παραδοχή ότι το Πανεπιστήμιο αποτελεί έναν από τους κυρίαρχους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του κράτους. Αναλαμβάνει να προωθεί συγκεκριμένες αξίες και μεθόδους που εξυπηρετούν την Ιδεολογία των «από πάνω» διαμορφώνοντας παθητικούς φοιτητές και μελλοντικούς εργαζόμενους που θα πράττουν τεχνοκρατικά με βάση την κυρίαρχη συμπεριφορά. Στους φοιτητές-τριες ηγεμονεύει μια κανονικότητα στις σπουδές τους που ενέχει ένα ασταμάτητο κυνήγι δεξιοτήτων- προσόντων και ατομικισμού. Η συνεχής εντατικοποίηση των σπουδών, η διαμόρφωση της εκπαίδευσης που θεμελιώνει την σχέση διδάσκοντα-φοιτητών ως αυθεντία-πειθήνιων ατόμων και η επιβολή αλυσίδων μαθημάτων οδηγούν στην απαξίωση του συλλογικού μέσα στο χώρο του Πανεπιστημίου και γενικότερα στην κοινωνία. Προδιαγράφεται, δηλαδή, ο μελλοντικός εργαζόμενος της σύγχρονης αγοράς που δεν θα έχει αίσθηση του συνόλου και δεν θα διεκδικεί.

Β2.ΝΟΜΟΣ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Το νομοσχέδιο Γαβρόγλου με ένα δημοκρατικοφανές προσωπείο έρχεται για να εδραιώσει και να εξυπηρετήσει τις παραπάνω στοχεύσεις και οι αναφορές για δωρεάν μεταπτυχιακά και συνδιοίκηση παραμένουν συνθήματα. Στην πράξη πάει ένα βήμα μπροστά την επιχειρηματικοποίηση του πανεπιστημίου μετατρέποντας την γνώση από αγαθό σε εμπόρευμα.

Πρώτο σκέλος της επίθεσης αποτελεί η επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά χωρίς το αρχικό πλαφόν που είχε αναφερθεί, κάτι το οποίο μετακυλεί το κόστος μεταπτυχιακών -που φαντάζουν απαραίτητα για την εύρεση υποτυπώδους εργασίας- από το κράτος στους ίδιους τους φοιτητές αλλοτριώνοντας τον και δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας και επιβάλλοντας με αυτό τον τρόπο ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι πρόσβαση στα δωρεάν μεταπτυχιακά θα έχουν μόνο όσων το ατομικό εισόδημα δεν ξεπερνά τα 6000 ευρώ και 8000 οικογενειακό  διαιρώντας περαιτέρω τα ήδη επιβαρυμένα χαμηλά στρώματα μέσω της διάκρισης ανάμεσα σε φτωχούς και φτωχότερους.  Η ιδιωτική χρηματοδότηση παίζει σημαντικό ρόλο και στο πεδίο της έρευνας, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα τα ερευνητικά προγράμματα να διεξάγονται για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγοράς και των ιδιωτικών συμφερόντων και όχι για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας.

 

Βασικός πυλώνας του νομοσχεδίου αποτελεί και ο τρόπος με τον οποίο θα χρηματοδοτούνται τα ιδρύματα. Γίνεται εμφανές ότι με πρόσχημα την υποχρηματοδότηση το κράτος σταδιακά αποσύρεται και επισήμως από τον τακτικό προυπολογισμό και μπαίνουμε σε λογικές αυτοχρηματοδότησης των ιδρυμάτων από α)δάνεια που θα προέρχονται από την ΕΤΕ ,β)  επιχειρησιακά προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ, γ) χορηγίες ιδιωτικών ή δημοσίων φορέων, δ) δίδακτρα που επιβάλλονται στους εκπαιδευόμενους, ε) έσοδα από την ανάπτυξη, παραγωγή και αξιοποίηση εκπαιδευτικού υλικού από την παροχή υπηρεσιών και ερευνών που αφορούν την δια βίου μάθηση. Καθοριστική συμβολή(30% μίνιμουμ) θα παίζει και ο ΕΛΚΕ, ο οποίος επίσης αναβαθμίζεται ως δομή και αναπτύσσει ουσιαστικά εμπορική δραστηριότητα.

Ένας από τους κυριότερους στόχους του νομοσχεδίου είναι η δημιουργία ανάγκης διαμόρφωσης του σύγχρονου εργαζομένου προς όφελος του κεφαλαίου και της αγοράς. Ακολουθώντας πιστά το νομοσχέδιο τις επιταγές αυτές επισημαίνεται ότι η κατεύθυνση θα αποτελεί υποχρεωτικά δηλωτικό στοιχείο του πτυχίου διασπώντας με αυτό τον τρόπο την ενιαότητα του πτυχίου. Επίσης, υποβάθμιση συνιστά και η απλοποίηση της διαδικασία αναγνώρισης πτυχίων του εξωτερικού ή εγχώριων κολλεγίων μέσα από την αναβάθμιση του ΣΑΕΠ. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δημιουργία νέων προγραμμάτων σπουδών διετούς διάρκειας για απόφοιτους ΕΠΑΛ κάνοντας ακόμα πιο ρευστή την ήδη υπάρχουσα κατάσταση μέσω της κατηγοριοποίησης των αποφοίτων, και πάλι με βάση τις δεξιότητες και ικανότητες που έχουν λάβει μέσω της εκπαίδευσης και θέτοντας σε εφαρμογή την διαδικασίας της δια βίου μάθημης ως ανάγκη συνεχούς επανειδίκευσης προκειμένου να ακολουθηθούν οι ολοένα μεταλλασσόμενες απαιτήσεις της αγοράς. Ωστόσο η επίθεση που δέχεται το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν σταματά εκεί καθώς οι συγχωνεύσεις  τμημάτων, σχολών πανεπιστημίων και ΤΕΙ με απόφαση υπουργού, αποτελεί απτό παράδειγμα της κυριαρχίας των νεοφιλελεύθερων λογικών στην καθημερινότητα μας. Επομένως, αντιλαμβανόμαστε ότι καταστρατηγείται η αυτονομία και η αρχή της αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων, η  όποια κατάργηση ή συγχώνευση θα γίνεται στα πλαίσια της λογικής της εμπορευματοποίησης του πανεπιστημίου καθώς θα αφορά τα τμήματα ή τις σχολές που δεν είναι αρκετά αποδοτικές για το κεφάλαιο. Παράλληλα, στο πλαίσιο του νέου Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, προωθούνται εκτός από τις συγχωνεύσεις, και καταργήσεις τμημάτων, μια εξέλιξη που θα αφήνει μετέωρους/ες, χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας πολλούς/ες φοιτητές/τριες ενώ θα οδηγεί στην ανεργία εκατοντάδες εργαζόμενους/ες. Μαζί με τους «ανεξάρτητους» οι αντιδραστικές δυνάμεις (ΔΑΠ,ΠΑΣΠ) εδραιώνουν την αντίληψη περί περαστικού ρόλου των φοιτητών στο πανεπιστήμιο, θέτοντας επί της ουσίας την ευθεία απαξίωση της ύπαρξης των ΦΣ. Προσθήκη μετά το <<…νεοφιλελεύθερων λογικών στην καθημερινότητά μας.>>

 

Συγκεκριμένα τα ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά συγχωνεύονται για την θέσπιση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Στα μέτρα, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται:

  • Η μείωση των τμημάτων από 37 σε 21 μέσω συγχωνεύσεων τμημάτων διαφορετικών επιστημονικών κλάδων χωρίς να προσδιορίζονται οι ακαδημαϊκοί και επιστημονικοί όροι που να τις δικαιολογούν.• Οι απολύσεις εκτάκτου προσωπικού και αντικατάστασής του με διδακτορικούς που πληρώνονται αμυδρά, αν όχι καθόλου.• Η συνολική μείωση του προϋπολογισμού των δύο ιδρυμάτων από 22 εκ. ευρώ (ΤΕΙ Αθήνας) και 9 εκ. ευρώ (ΤΕΙ Πειραιά) στα 21 εκ. ευρώ.

Μέσω αυτών η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στοχεύει στο να φέρει εις πέρας τις επιταγές του 4ου μνημονίου ώστε να παρουσιάσει έναν πλασματικό προϋπολογισμό, να κλείσει την 3η αξιολόγηση και να ικανοποιήσει την αγορά εργασίας καταργώντας τμήματα που δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτή. Τα παραπάνω υποβαθμίζουν ξεκάθαρα το επίπεδο σπουδών των φοιτητών των ΤΕΙ, καταργούν αυτόνομους επιστημονικούς κλάδους και αποτελούν μαζική επίθεση στον τομέα εκπαίδευσης με σκοπό την άμεση μείωση των δαπανών στο πλαίσιο της οικονομικής λιτότητας.

Έτσι, ως Αριστερή Ενότητα θεωρούμε πως είναι αναγκαίο να εμπλακούμε ενεργά στην Πρωτοβουλία Φοιτητών ΤΕΙ Αθήνας – Πειραιά, η οποία αποτελείται από πληθώρα δυνάμεων της φοιτητικής αριστεράς και δεκάδες ανένταχτους αριστερούς φοιτητές, που ανοίγει τα θέματα των συγχωνεύσεων αλλά και των συνολικότερων διεκδικήσεων των φοιτητών των ΤΕΙ και να προσπαθήσουμε να την βάλουμε σε κινήσεις εξωστρέφειας με συχνή παρέμβαση στις σχολές. Ενέργειες σαν αυτές θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη αγώνων ενάντια στα σχέδια αυτά που θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ακύρωσή τους.

Η επίθεση που δεχόμαστε κλιμακώνεται περαιτέρω μέσω του περιορισμού των ακαδημαϊκών ελευθεριών και της συρρίκνωσης της έννοιας της δημοκρατίας. Σχετικά με το άσυλο είναι γνωστό ότι θα επιτρέπεται η επέμβαση δυνάμεων στα ΑΕΙ με την σύμφωνη γνώμη του πρυτανικού συμβουλίου. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν αποτελεί επιστροφή σε μια ισχυρή έννοια του πανεπιστημιακού ασύλου που θα περιλαμβάνει την ελεύθερη κινηματική δράση και την συνδικαλιστική ελευθερία. Ταυτόχρονα προσθέτονται δύο νέα στοιχεία που έρχονται να φέρουν λοκάουτ (lockout) με πρόφαση την προστασία της διδασκαλίας, της έρευνας αλλά και των φοιτητών, κάτι το οποίο στρέφει την λειτουργία του πανεπιστημίου -που αποτελεί κοινωνικό χώρο- προς μία πιο αυταρχική κατεύθυνση.

Σε ότι αφορά το ζήτημα της συνδιοίκησης πρόκειται για την ύψιστη έκφανση δημοκρατικοφάνειας του νομοσχεδίου καθώς οι φοιτητές θα αποτελούν μια μικρή μερίδα των οργάνων διοίκησης (10% η 15%). Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι εν λόγω εκπρόσωποι μπορεί να προκύπτουν από καθολική ψηφοφορία του φοιτητικού σώματος. Επομένως, παραγκωνίζεται η έννοια των ΦΣ και των οργάνων τους και δημιουργείται μια νέα λογική 15μελούς με παράλληλη διαδικασία προς τις φοιτητικές εκλογές. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η επαναφορά της συνδιοίκησης είναι πλήρως πλασματική. Ταυτόχρονα, η μικρή εκπροσώπηση των εργαζομένων στο προωθούμενο μοντέλο συνδιοίκησης αποκλείει στην ουσία και αυτό το κομμάτι του Πανεπιστημίου από την επιρροή στη λήψη αποφάσεων.

Εν τέλει, το Νομοσχέδιο Γαβρόγλου, παρά το προοδευτικό προσωπείο, αποτελεί συνέχεια των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που προωθούνταν από τα Νομοσχέδια Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου. Συνοπτικά λοιπόν, κύριος στόχος του νέου Νόμου είναι να διευκολύνει την εμπορευματοποίηση του κοινωνικού αγαθού της Παιδείας. Αυτό γίνεται είτε άμεσα με την επιβολή διδάκτρων στα μεταπτυχιακά και την διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στις Σχολές για εξεύρεση πόρων είτε με όρους ανταποδοτικότητας των παρεχόμενων  γνώσεων, των τμημάτων και των πτυχίων ως προς τις ανάγκες του κεφαλαίου στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα, όπως αναλύθηκε, η πλασματική συνδιοίκηση και η μη πλήρης επαναφορά του ασύλου εντείνει την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στο Πανεπιστήμιο.

 

Γ.ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΦΟΙΤΗΤΗ

Είμαστε η γενιά που, όπως μας λένε, πρέπει να πηγαίνουμε στο Πανεπιστήμιο μόνο και μόνο για τις διαλέξεις και τις παραδώσεις, που γενικότερα πρέπει να κοιτάμε τη δουλειά μας και να μην ασχολούμαστε με “περιττές” δραστηριότητες που μας αποσπούν από το στόχο, που δεν είναι άλλος από την απόκτηση του πτυχίου. Αυτό το πρότυπο ζωής, εμπεριέχει υπόρρητα ένα πλαίσιο που αποσκοπεί να καθιερώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ μας. Πιο συγκεκριμένα, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες βιάζονται να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, κυνηγώντας  πιστοποιητικά, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην αγορά εργασίας, καθώς εδραιώνεται ο καριερισμός και ένας δρόμος ατομικής διεκδίκησης για το πτυχίο. Επιπλέον, λόγω οικονομικών δυσκολιών, επιδιώκεται η ολοκλήρωση των σπουδών όσο δυνατόν συντομότερα, ενώ οι περισσότεροι από τους φοιτητές που ζουν με αυτό το συνεχές αίσθημα επιβίωσης αναγκάζονται να δουλεύουν παράλληλα με τις σπουδές τους. Στο φόντο αυτό, οι σχολές ως αναπαραστάσεις του ανοιχτού κοινωνικού χώρου έχουν πάρει χαρακτήρα αποστείρωσης. Πλέον, η φοίτηση στα Πανεπιστήμια συνάδει μόνο με τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα που αυτά προσφέρουν, με αποτέλεσμα ό,τι ξεφεύγει από αυτή την λογική να ποινικοποιείται καθώς και η οργανική σύνδεση των νέων με την κοινωνία να αποδομείται. Σε αυτό το πλαίσιο, σε κάποιες σχολές βρίσκουν χώρο να αναδειχθούν ανεξάρτητες φοιτητικές κινήσεις, οι οποίες ενσαρκώνουν ακριβώς αυτή τη στροφή στον ακαδημαϊσμό και τον ατομικισμό. Διατηρώντας ένα απολιτίκ προσωπείο, προσπαθούν να υπονομεύσουν τις συλλογικές διαδικασίες στο όνομα της αποκατάστασης της ακαδημαϊκής «ομαλότητας» και να παρουσιάσουν τις φοιτητικές συλλογικότητες και τις διεκδικήσεις τους ως ρίζα όλων των παθογενειών του πανεπιστημίου. Την αντίληψη αυτή, όμως, ενσωματώνει πλέον και η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, προσπαθώντας να αποκομίσει πολιτικό όφελος από την γενικότερη τάση αποπολιτικοποίησης καθώς και να την παγιώσει, πράγμα που γίνεται φανερό και από τις πρόσφατες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί μη συμμετοχής της ΔΑΠ σε εκλογές «που αφορούν τους λίγους και διώχνουν τους πολλούς» καθώς και μέσα από την καθημερινή «παρέμβαση» της ΔΑΠ στα Πανεπιστήμια η οποία προφανώς δε βασίζεται στον πολιτικό διάλογο αλλά σε κοινωνικές συναναστροφές και πελατειακές σχέσεις.  Στην κατάσταση που διαμορφώνεται παρατηρούμε εκτός των άλλων, την απαξίωση των φοιτητών/τριών στις διάφορες συλλογικές διαδικασίες και πως οι πρακτικές συνδικαλισμού και άσκησης πολιτικής εντός του Πανεπιστημίου που εφαρμόζονται εδώ και πολλά χρόνια, ίσως έχουν βρεθεί σε ένα τέλμα και γι αυτό πρέπει να τις επαναφέρουμε και να τις αναζωογονήσουμε. Τη στιγμή που το εντατικοποιημένο και νεοφιλελεύθερο μοντέλο του Πανεπιστημίου έχει καταφέρει να επιβάλλει τους ρυθμούς του σε μεγάλο βαθμό, ο φοιτητικός συνδικαλισμός δείχνει κατώτερος των περιστάσεων στο να συνολικοποιήσει μια θελκτική και εμπνευστική πρακτική,μέσα από την οποία θα καταφέρει να συγκεντρώσει ένα μαζικό μπλοκ φοιτητών σε ριζοσπαστική κατεύθυνση. Ο διαχωρισμός οργανωμένων και μη, λογικές πρωτοπορίας, η μονομέρεια στην παρέμβαση, ο ξύλινος λόγος είναι στοιχεία που πρέπει να μας προβληματίσουν και να βρούμε τρόπους να τα ξεπεράσουμε στην πράξη. Ακόμη χειρότερα η επιστροφή στον σεκταρισμό, η περεταίρω πολυδιάσπαση, η ενσωμάτωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, η αναπαραγωγή της πατριαρχίας, η συγκάλυψη της σεξιστικής βίας, η ενδοκινηματική βία και οι ιδιοκτησιακές λογικές του Φοιτητικού Κινήματος που παρατηρούμε από μέρος της φοιτητικής Αριστεράς συμβάλλουν κι αυτές στην αδυναμία του κινήματος να ανασυγκροτηθεί και να δώσει αποτελεσματικά τις μάχες στις οποίες καλείται να πρωτοστατήσει σήμερα. Επίσης είναι γεγονός ότι το φοιτητικό κίνημα διανύει μια πορεία σταδιακής υποχώρησης. Συναντάμε σημαντική δυσκολία στο να γίνουν Γενικές Συνελεύσεις. Είναι γεγονός ακόμα πως, ο τρόπος διεξαγωγής των γενικών συνελεύσεων αυτή τη στιγμή, δε λειτουργεί όσο προωθητικά θα θέλαμε ως προς τη μαζικοποίηση τους και αυτό το λόγο, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να δώσουμε λόγο στους φοιτητές/τριες να βρεθούν στα αμφιθέατρα και να διεκδικήσουν μαζί μας, όσα μας ανήκουν μέσα από διαδικασίες πραγματικά δημοκρατικές και συμμετοχικές.

Δ.ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Είναι γεγονός ότι ενόψει των παραπάνω διαπιστώσεων για την φοιτητική και κεντρικοπολιτική συγκυρία αλλά και προκειμένου να επιτευχθεί ο σχεδιασμός πολιτικών και κινηματικών απαντήσεων όπως θα περιγραφεί παρακάτω, κρίνεται αναγκαίο τα σχήματα της Αριστερής Ενότητας να επιστρέφουν διαρκώς στον κοινωνικό τους χώρο, στις Σχολές. Αυτό σημαίνει ότι οι αντιστάσεις που επιδιώκουμε να στήσουμε πρέπει να έχουν ως επίκεντρο τον εκάστοτε Φοιτητικό Σύλλογο και τις συλλογικές του διαδικασίες, την μαζική εμπλοκή του στις κινηματικές απαντήσεις και την αλληλεπίδραση των σχημάτων μας με αυτόν. Η φυσική και πολιτική παρουσία των σχημάτων στους κοινωνικούς τους χώρους πρέπει να συνοδεύεται από καθημερινή προσπάθεια πολιτικοποίησης κι ενεργοποίησης των Φοιτητικών Συλλόγων, σε σύνδεση πάντα με τους αγώνες των εργαζομένων των πανεπιστημίων, με την αξιοποίηση των ήδη υπαρχόντων μέσων αλλά και με διάθεση για πειραματισμό με νέες μεθόδους και νέα μέσα πάλης.

1.Νομοσχέδιο Γαβρόγλου.

Πρωτεύοντα ρόλο στη στοχοθεσία των σχημάτων διαδραματίζει η προσπάθεια υπεράσπισης του Δημόσιου και Δωρεάν και Δημοκρατικού χαρακτήρα του Πανεπιστημίου, απέναντι στην επίθεση που αυτός δέχεται συνολικά. Αυτό σημαίνει πως οι δυνάμεις της δικτύωσης μας πρέπει κυρίως να εστιάσουν στο μπλοκάρισμα της εφαρμογής όλων των πτυχών του Νομοσχεδίου Γαβρόγλου ανά κοινωνικό χώρο. Παράλληλα εφόσον βρισκόμαστε αντιμέτωποι μετά από χρόνια με μια κεντρική αντιδραστική μεταρρύθμιση, καλούμαστε να προσπαθήσουμε να κεντρικοποιήσουμε-συντονίσουμε και τις απαντήσεις μας.

2.Επανοικειοποίηση του Πανεπιστημίου

Σε μια περίοδο που η επίθεση στο Πανεπιστήμιο συνεχίζεται, ένα ακόμα σημάδι του νεοφιλελεύθερου Πανεπιστημίου της κρίσης που σταδιακά οικοδομείται, είναι κι η μετατροπή των Σχολών μας σε αποστειρωμένα ακαδημαϊκά κέντρα κατάρτισης κι εξετάσεων. Απέναντι σε αυτή την εικόνα των Πανεπιστημίων αλλά και ως δημιουργικό αντιπαράδειγμα στη νέα ταυτότητα φοιτητή/τριας, καλούνται τα σχήματα να ξαναζωντανέψουν τους κοινωνικούς τους χώρους. Μόνο έτσι θα διατηρηθεί ο ανοιχτός χαρακτήρας του Πανεπιστημίου ως ελεύθερου κοινωνικού χώρου πολιτικού προβληματισμού, κοινωνικοποίησης και πολυεπίπεδης ανάπτυξης των προσωπικοτήτων των φοιτητών/τριών.

3.Σύνδεση με την κοινωνία

Ανέκαθεν ως Αριστερή Ενότητα μολονότι δικτύωση φοιτητικών σχημάτων θεωρούσαμε ότι το Πανεπιστήμιο και τα προβλήματά του συνδέονται άμεσα με την ευρύτερη επίθεση που δέχεται η κοινωνική πλειοψηφία.

i)Αντιρατσισμός-Αντιφασιμός

Έτσι σε επίπεδο σχεδιασμού πάντοτε ένα από τα βασικά ζητήματα που ιεραρχούμε στην παρέμβασή μας είναι ο αντιρατσισμός κι ο αντιφασισμός. Σε μια φάση που διεθνώς η ακροδεξιά ενισχύεται και εξακολουθούν να σημειώνονται ρατσιστικές σε βάρος μεταναστών και προσφύγων επιθέσεις στην Ελλάδα κι ενώ η δίκη της Χρυσής Αυγής συνεχίζεται, είναι χρέος μας να μην αφήσουμε τους χώρους που ζούμε και δρούμε καθημερινά, τις Σχολές μας και ευρύτερα την κοινωνία να μολυνθεί από το δηλητήριο του φασισμού και του ρατσισμού συμμετέχοντας σε κινήματικά γεγονότα, δομές αλληλεγγύης και ανοίγοντας μέσα από την παρέμβαση μας αυτά τα ζητήματα.

ii)Έμφυλες διακρίσεις

Η διεκδίκηση των ζητημάτων φύλου και σεξουαλικότητας αποτελεί ταυτοτικό χαρακτηριστικό της δικτύωσης μας. Σήμερα που ο ρατσισμός, η ομοφοβία και η τρανσφοβία συγκροτούν μια εν δυνάμει κυρίαρχη κουλτούρα στην κοινωνία, και που τα δικαιώματα της LGBTQI+ κοινότητας χρησιμοποιούνται εργαλειακά από την κυβέρνηση, μέσω περιορισμένων νομοθετικών έργων, στην προσπάθεια διατήρησης ενός “αριστερού” προφίλ, η ανάγκη για περαιτέρω ενασχόληση με τα ζητήματα αυτά και η θωράκιση της φεμινιστικής μας ταυτότητας παρουσιάζεται επιτακτική. Εξάλλου στην δική μας θεώρηση τα έμφυλα ζητήματα δεν είναι δευτερεύουσα αντίληψη, αλλά απαραίτητο κομμάτι της συνολικής μας απάντησης και ως εκ τούτου η παρέμβαση μας οφείλει να τα περιέχει.

iii) Κεντρικοπολιτικό πεδίο-Εργασιακά.

Aνέκαθεν ως Αρ.Εν, πέρα από τις φοιτητικές διεκδικήσεις, στο επίκεντρο της προσοχής μας βρίσκονταν και οι αγώνες των εργαζομένων καθώς και τα εργασιακά ζητήματα. Αυτό αναβαθμίζεται σε μια περίοδο που ως φοιτητές/τριες συχνά αναγκαζόμαστε να εργαστούμε για να βιοποριστούμε. Στο πλαίσιο αυτό συνεχίζουμε να ανοίγουμε ζητήματα κεντρικοπολιτικού ενδιαφέροντος. Έτσι συμμετέχουμε στους αγώνες της υπόλοιπης νεολαίας και των εργαζομένων ενάντια στη λιτότητα, τις περικοπές σε ασφάλιση, μισθούς και συντάξεις σε μια προσπάθεια προάσπισης των εργασιακών δικαιωμάτων και της επαγγελματικής μας προοπτικής.

iv)Δικαιώματα-Δημοκρατικές ελευθερίες

Τέλος δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι εν μέσω κρίσης το κράτος αυταρχικοποιείται και επιδίδεται σε διώξεις αγωνιστών/τριών ποινικοποιώτας τις συνδικαλιστικές ελευθερίες όπως συνέβη με την περίπτωση τόσο των φοιτητών/τριων στην Ξάνθη και την Κρήτη όπως και με την περίπτωση του Τάσου Θεοφίλου, στους οποίους σταθήκαμε αλληλέγγυοι. Στο ποιοτικό  άλμα που κάνει όμως το κράτος πλέον πριλαμβάνεται η άδικη καταδίκη καθώς κι η διπλή άρνηση αναστολής της ποινής της Ηριάννας Β.Λ και του Περικλή Μ. Αφορμώμενοι από αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να παλέψουμε προκειμένου να καταργηθεί ο τρομονόμος και να μην γίνει καθεστώς η ποινικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων και η περιστολή των  ελευθεριών μας.

 4)Ανασύνθεση

Τα τελευταία χρόνια το κλίμα απογοήτευσης και αποσυσπείρωσης που επικρατεί εντός της αριστεράς, η υποχώρηση του φοιτητικού κινήματος και η έντονη αποπολιτικοποίηση των συλλόγων έχουν αναδείξει την αναγκαιότητα για ισχυρές ανακατατάξεις στο πλαίσιο της φοιτητικής αριστεράς. Η αδυναμία να αλλάξει ριζικά η κατάσταση αυτή έχει γίνει σαφής και αυτός είναι ο λόγος που η Αριστερή Ενότητα έχει θέσει με πολύ εμφατικό τρόπο το ζήτημα της ανασύνθεσης της φοιτητικής αριστεράς, ως μια διαδικασία εμβάθυνσης της πολιτικής συζήτησης, αλληλοζύμωσης, ανταλλαγής ιδεών αλλά κυρίως κοινής πρακτικής και ενότητας στη δράση των σχημάτων ανά επιμέρους κοινωνικό χώρο. Φυσικά η διαδικασία αυτή πρέπει να γίνεται από τα κάτω και να έχει όσο το δυνατόν περισσότερο εξώστρεφο και ανοιχτό χαρακτήρα.

Καθώς έχει περάσει ένα σημαντικό χρονικό διάστημα από την εκκίνηση αυτής της κουβέντας, είμαστε σε θέση να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα απολογιστικού χαρακτήρα, που όμως θα είναι χρήσιμα και για τον από εδώ και πέρα βηματισμό μας. Οι ανασυνθετικές διεργασίες έχουν μετρήσει θετικά βήματα και σε αρκέτες περιπτώσεις έχουν λειτουργήσει προωθητικά στην πολιτικοποίηση και στην παρέμβαση των σχημάτων στις σχολές. Στα θετικά περιλαμβάνονται και τα ενωτικά ψηφοδέλτια που έχουν κατέβει 2 συνεχόμενες χρονιές προσπαθώντας να εκφράσουν ένα ρεύμα αμφισβήτησης εντός των σχολών. Δεν είναι λίγες, όμως, και οι φορές που η διαδικασία αυτή είτε δεν έγινε με τα χαρακτηριστικά που θα θέλαμε ( ανοιχτότητα, από τα κάτω κλπ) είτε υποχώρησε ή έμεινε στάσιμη.

Αυτό, λοιπόν, που έχει γίνει περισσότερο σαφές από οτιδήποτε άλλο είναι ότι η ανασύνθεση είναι μια διαδικασία με ιδιαίτερες χρονικότητες που ακολουθεί διαφορετικά βήματα ανά περίπτωση και ανά σχολή και η εξέλιξη της σίγουρα δεν είναι γραμμική. Η τοποθέτηση μας για την αδυναμία των υπαρχόντων σχηματισμών να απαντήσουν στη κρίση του φοιτητικού κινήματος δεν αλλάζει και άρα ο στρατηγικός μας στόχος για υπέρβαση σχηματισμών παραμένει επίκαιρος. Οφείλουμε να κατανοήσουμε όμως ότι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν ολοκληρώνεται από τη μια μέρα στην άλλη και έτσι από την πλευρά μας οφείλουμε να δώσουμε βάρος στα ουσιαστικά ζητήματα της ανασυνθετικής διεργασίας ψηλαφίζοντας τρόπους ανάδειξης αντιστάσεων και προσέγγισης πολιτικών συμφωνιών. Άλλωστε οι κοινές πρακτικές, η εμβάθυνση της πολιτικής συζήτησης, η κοινή παρέμβαση στις σχολές και η κινηματική συνύπαρξη και δράση είναι οι μόνες που μπορούν να μας φέρουν πιο κοντά στον στόχο μας και όχι απλώς η επίκληση του. Με βάση την παραδοχή αυτή, τοποθετήσεις που ψηλαφίζουν την ανασύνθεση με διαφορετικό τρόπο από ότι εμείς και θέτουν διαφορετικούς στρατηγικούς στόχους δεν μπορούμε να τις παραβλέπουμε αλλά παράλληλα δεν πρέπει και να μας αποπροσανατολίζουν και να μας απομακρύνουν από την συνεχή πρόσπαθεια υπηρέτησης της πολιτικής μας αντίληψης, την υλοποίηση μετωπικών πρακτικών με το βλέμμα στραμμένο στα ανοιχτά ερωτήματα για την κατάσταση του φοιτητικού κινήματος και της συγκρότησης απαντήσεων.  Έτσι, έχοντας στο νου μας το δυναμικό της διαδικασίας είναι καθήκον μας να αναμετρηθούμε με τα πραγματικά ερωτήματα που ανοίγονται στους κοινωνικούς χώρους που παρεμβαίνουμε και σε αυτό πρέπει να στοχεύει και η κοινή συμπόρευση με τα άλλα σχήματα. Με επιμονή θα επαναφέρουμε την ανασυνθετική διαδικασία στην καθημερινότητα των σχολών, προσπαθώντας να βρούμε τρόπους να γίνει πιο αποτελεσματική αντιλαμβανόμενοι/ες ότι έχουμε κομβικό και εγγυητικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση. Σε ένα πλαίσιο απαξίωσης του φοιτητικού συνδικαλισμού τα σχήματα μας πρέπει να αναμετρηθούν με τα επίδικα της περίοδου και από κοινού με τα υπόλοιπα σχήματα της φοιτητικής αριστεράς να βγουν με πιο δυναμικούς και επιθετικούς όρους στο προσκήνιο. Μέσα από αυτή την διαδικασία επιδιώκουμε να δώσουμε ως φοιτητική αριστερά από κοινού απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως φοιτητές/τριες σήμερα και παράλληλα να παίξουμε καταλυτικό ρόλο ώστε να σχηματιστεί στις σχολες ένα ρεύμα αμφισβήτησης της κανονικότητας που μας επιβάλλεται, του ΤΙΝΑ και του νεοφιλεύθερου μονοδρόμου που θέλει τη νεολαία μια γενιά χωρίς μέλλον.

5) Για την εσωτερική μας λειτουργία

Όσον αφορά την λειτουργία της δικτύωσης μας είναι αναγκαίο να διερευνούμε διαρκώς την όσο το δυνατόν καλύτερη και αποτελεσματικότερη λειτουργία της. Πιο συγκεκριμένα, είναι ζωτικής σημασίας να εξασφαλίζουμε την οριζοντιότητα και την καλύτερη επικοινωνία και συνεννόηση των σχημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, προωθητικό ρόλο μπορούν να έχουν πιο συχνά μαζέματα των σχημάτων μας υπό τη μορφή ακτίφ σε επίπεδο πόλης ( πχ Αρ.Εν Αθήνας) η ακόμα και με βάση το γνωστικό αντικείμενο ( πχ Αρ.Εν ΕΜΠ) . Έτσι τα σχήματα θα έχουν την ευκαιρία να συζητάνε πολιτικά, να αλληλοζυμώνονται αλλά και να βγάζουν στοχοθεσία ανάλογα και με τα επίδικα της περιόδου. Ακόμη και να οργανώνει ακτιβισμούς όποτε χρειάζεται, αναδεικνύοντας και θέματα που είναι ευρύτερα του κοινωνικού μας χώρου

Όσον αφορά το συντονιστικό των σχημάτων, είναι προφανές ότι και αυτό έχει περιθώρια βελτίωσης. Ειδικότερα, το συντονιστικό πρέπει να έχει μια στιβαρή και σοβαρή λειτουργία με συνέπεια και συχνές συναντήσεις. Το συντονιστικό είναι το όργανο εκείνο που διασφαλίζει τον συντονισμό και την πανελλαδικότητα της δικτύωσης μας, και για να γίνεται αυτό καλύτερα και να επικοινωνούν τα σχήματα σε πανελλαδικό επίπεδο πρέπει το συντονιστικό να αναλαμβάνει να μαζεύει εικόνα από τις επιμέρους σχολές και να διαχέει την εικόνα αυτή στα σχήματα. Έτσι ίσως θα ήταν προωθητικό το συντονιστικό εφόσον έχει συνολική εποπτεία των ζητημάτων που ανοίγουν τα σχήματα ανά πόλη ή σχολη να αναλαμβάνει να προωθεί ένα ενημερωτικό εσωτερικό σημείωμα στη δικτύωση για λόγους καλύτερης επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ μας. Παράλληλα, το συντονιστικό θα μπορούσε να παίρνει πρωτοβουλίες, όπως έκανε με την συγγραφή κειμένου για το Νόμο Γαβρόγλου, δίνοντας στα σχήματα την δυνατότητα να έχουν πλήρη εικόνα για το πως εξειδικεύεται η επίθεση και έτσι να εμπλουτίζουν την παρέμβαση τους. Παράλληλα, θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε τρόπους ευρύτερου συντονισμού και πολιτικής συνεννόησης με βάση τους κινηματικούς κόμβους και τα πολιτικά ερωτήματα του επόμενου διαστήματος.