ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ 17-18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019

ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ 17-18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019

Συγκυρία

Διεθνής Συγκυρία

Διανύοντας τον ενδέκατο χρόνο της παγκόσμιας δομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, οι ταξικές διαφορές οξύνονται με αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη φτωχοποίηση των κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων. Οι «από πάνω», προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση, είτε αυτή εκδηλώνεται ως κρίση συσσώρευσης κεφαλαίου είτε ως χρηματοπιστωτική, δείχνουν σε διεθνές επίπεδο εδώ και χρόνια να επιλέγουν τη λήψη μέτρων αποδιάρθρωσης των κεκτημένων του κοινωνικού κράτους. Η προσπάθεια διάσωσης των κερδών του κεφαλαίου εντός της κρίσης στηρίχθηκε, εν πολλοίς, στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που εφαρμόζονται από τις αστικές  κυβερνήσεις, με διάφορες μορφές, σχεδόν παγκοσμίως. Συγκεκριμένα στην ΕΕ τα μνημονιακά μέτρα λιτότητας αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της επίθεσης στη νεολαία και τους εργαζόμενους, όχι μόνο με τα προγράμματα διάσωσης κι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών χρεωκοπημένων χωρών αλλά και με μια σειρά αντιλαϊκών κι αντεργατικών νόμων σε όλη την Ευρώπη.

Η εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας, η καταστροφή μεγάλων τμημάτων ανθρώπινου δυναμικού μέσω ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων, καθώς κι η λεηλασία του φυσικού περιβάλλοντος από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο έστρεψαν το πολιτικό σκηνικό συνολικά στα δεξιά. Αυτό, σε συνδυασμό με την προφανή αδυναμία της Αριστεράς και των κινημάτων να στήσουν μια πειστική απάντηση συνολικής ανατροπής, πέρα από αναχώματα αμυντικής φύσεως, οδηγούν τους «από κάτω» όλο και περισσότερο στην αναζήτηση λύσης για τη ζωή και το μέλλον τους μέσω σχεδίων εθνικής αναδίπλωσης που υιοθετούν μερίδες των αστικών τάξεων. Αυτό αποδεικνύεται με τη γενική κοινωνική και εκλογική άνοδο της Ακροδεξιάς ενόψει και των επερχόμενων ευρωεκλογών τόσο εντός της ΕΕ (Λεπέν, Σαλβίνι, AFD Γερμανία, Όρμπαν κλπ.) όσο και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Συγκεκριμένα, η νίκη του εθνικιστή, σεξιστή και νεοφιλελεύθερου Μπολσονάρου στη Βραζιλία, οι δηλώσεις Τράμπ για το τείχος αποτροπής μεταναστ(ρι)ών στα σύνορα με το Μεξικό αλλά και η εξακολούθηση αντιδημοκρατικών πρακτικών και η παράβλεψη των επιλογών του λαού με αποκορύφωμα την πρόσφατη πραξικοπηματική κι αποτυχημένη ως τώρα αυτό-ανακήρυξη του υπερ-δεξιού κι υποστηριζόμενου από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό Γκουαϊντό ως προέδρου της Βενεζουέλας συνιστούν ένα ψηφιδωτό μαύρης διεθνούς.

Επιπλέον, αυτή η μετακίνηση της πολιτικής στα δεξιά του φάσματος και η άνοδος του φασισμού στηρίζεται σε μια ακραία ρατσιστική ρητορική στοχοποίησης μεταναστ(ρι)ών και προσφύγων, τους οποίους γεννούν οι πόλεμοι και η προσπάθεια των αστικών τάξεων να επεκταθούν και να ανοιχτούν σε νέες αγορές. Η επίθεση στους πρόσφυγες συντελείται θεσμικά με τη συμφωνία της Ευρώπης-φρούριο με την Τουρκία για αποτροπή και έλεγχο των προσφυγικών ροών, με το μπλοκάρισμα με φράκτες και στρατούς των ασφαλών χερσαίων δρόμων διέλευσης, με την άρνηση των κυβερνήσεων να δεχτούν πλοία διάσωσης προσφύγων στα λιμάνια αλλά και ποινικοποιώντας τη διάσωση εν γένει, με το χτίσιμο στρατοπέδων κράτησης με άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις χώρες πρώτης υποδοχής (π.χ. ελληνικά νησιά) και  με πολλές παράνομες απελάσεις. Παράλληλα όμως αυτές οι πολιτικές νομιμοποιούν συνεχώς και αποθρασύνουν τους φασίστες, με διάφορες νεοναζιστικές ομάδες να επιδίδονται σε επίπεδο δρόμου σε δολοφονικές επιθέσεις εις βάρος μεταναστ(ρι)ών. Ταυτόχρονα, η επίθεση αυτή εκτελείται σε πολλαπλά επίπεδα, καθώς παρατηρούμε την ποινικοποίηση αλληλέγγυων πρωτοβουλιών, όπως την κατάσχεση του διασωστικού πλοίου Iuventa από τις ιταλικές αρχές, ακολουθώντας πιστά τις επιταγές της αντιπροσφυγικής πολιτικής της ΕΕ.

Παρά την παραπάνω αρνητική πραγματικότητα, εδώ και κάποιους μήνες στη Γαλλία του νεοφιλελεύθερου Μακρόν έχει ξεσπάσει ένα μεγαλειώδες σε ένταση και διάρκεια κίνημα, αυτό των Κίτρινων Γιλέκων. Μολονότι ξεκίνησε μερικό, ως εναντίωση στις αυξήσεις τιμών στα καύσιμα, μαζικοποιήθηκε κι εμπλούτισε τις διεκδικήσεις του. Παράλληλα, ήρθε σε επαφή με το αντιφασιστικό κίνημα, ενώ δείχνει να συνομιλεί και με τα αιτήματα των εργατικών συνδικάτων. Είναι θετικό το γεγονός ότι οι διαδηλώσεις δε σταμάτησαν με την υποχώρηση του Μακρόν και μολονότι δε δείχνει ως κίνημα να αποκρυσταλλώνεται σε συνολική πολιτική απάντηση, σε κάθε περίπτωση αποτελεί δείκτη ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος για τους καταπιεσμένους.

 

Εγχώρια Συγκυρία

Παράλληλα, σε μία περίοδο όπου η ακροδεξιά ανεβάζει τα ποσοστά της στην Ευρώπη και στον κόσμο γενικότερα, ενώ η κουβέντα μετατοπίζεται όλο και πιο δεξιά, οι αναζωπυρώσεις εθνικιστικών ρητορειών στο εσωτερικό της χώρας είναι τεράστιες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αντιδραστική διαχείριση του Μακεδονικού. Οι ακροδεξιοί διοργανωτές, η ρητορική μίσους, τα εθνικιστικά συνθήματα, οι αναφορές στη «σωτηρία» από «τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας», η εμφάνιση της εγκληματικής ναζιστικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή», που ενσωματώνει χαρακτηριστικά συμμορίας, ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του συλλαλητηρίου της 21ης Γενάρη. Αυτά άνοιξαν τον δρόμο για την επέλαση των δολοφονικών ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής και άλλων φασιστοειδών στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα την άγρια επίθεση στον Κοινωνικό Χώρο «Σχολείο», τον εμπρησμό της κατάληψης Libertatia και τις ανοιχτές απειλές σε αγωνιστές/ριες.   Καμία σχέση δεν έχει η καλλιέργεια του εθνικισμού με οποιαδήποτε αγωνιστική ή αντιιμπεριαλιστική «διάθεση». Αυτά τα συλλαλητήρια είναι εχθρικά προς το λαϊκό εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Προσπαθούν να στρέψουν την οργή της εργατικής τάξης και του λαού από τη φτώχεια και τα μνημόνια προς τον εθνικισμό, την δεξιά και την ακροδεξιά. Όποιος συμμετέχει σε αυτά ή τα στηρίζει, συνειδητά η ασυνείδητα, δίνει έδαφος στην καλλιέργεια του εθνικισμού, του σκοταδισμού και του φασισμού. Τα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού στη χώρα μας είναι αντίθετα τόσο με τις επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης όσο και με τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην περιοχή, που υπηρετεί πλήρως η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πλέον καθώς οι ΑΝΕΛ αποχώρησαν από την κυβέρνηση.

Είναι προφανές πλέον πως διανύουμε μια προεκλογική περίοδο όπου τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ, προσπαθώντας να συσπειρώσουν τις εκλογικές τους βάσεις, συγκροτούν 2 διαφορετικά πρόσωπα. Η πραγματικότητα βέβαια είναι άλλη, μιας και οι δύο θα κληθούν εν τέλει στα επόμενα χρόνια να εφαρμόσουν όλα τα  σκληρά μνημονιακά μέτρα που έχουν. Από τη μια, την ώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πανηγυρίζει για την «έξοδο από τα μνημόνια» οι μνημονιακές πολιτικές και η λιτότητα, που άλλοτε περιγράφονταν ως ένα καθεστώς εξαίρεσης, ως μία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, γίνονται πλέον κανονικότητα. Η πραγματικότητα λοιπόν της «εξόδου»  είναι μία: συνέχιση των μέτρων λιτότητας μέχρι το 2022 και δέσμευση σε συγκεκριμένα πλεονάσματα μέχρι και το 2060, δηλαδή πρακτικά δέσμευση στα μνημόνια για τα επόμενα 50 χρόνια. Η κυβέρνηση ερχεται, λοιπόν, μετά από τα 4 χρόνια διακυβέρνησης και αυξάνει κατά 11% τον κατώτατο μισθό με μεγάλη υποκρισία, ξεχνώντας τις προεκλογικές δεσμεύσεις για κατάργηση υποκατώτατου αλλά και την θέσπιση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ. Αυτή είναι μια αύξηση που προφανώς δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των εργαζομένων, αλλά ακόμη και η χρονική στιγμή της αύξησης συνδέεται με προεκλογικούς σχεδιασμούς του ΣΥΡΙΖΑ. Πρακτικά, οι καθαρές αποδοχές με βάση τον μέχρι σήμερα ισχύοντα κατώτατο μισθό των 586 ευρώ, ανέρχονται σε 492 το μήνα. Με τα 650 ευρώ, τα καθαρά γίνονται 546 και σε συνδυασμό με την περικοπή του αφορολόγητου ορίου θα σημάνει μείωση του μισθού στα 515 ευρώ μηνιαίως. Από την άλλη έχουμε τις εξαγγελίες της ΝΔ για την Παιδεία, όσον αφορά την κατάργηση του ασύλου και την αναθεώρηση του άρθρου 16, η οποία θα «εξασφαλίσει» την ύπαρξη φθηνού εργατικού δυναμικού, καθώς η εκπαίδευση και κατ’ επέκταση τα εργασιακά δικαιώματα θα απευθύνονται σε λίγους. Ταυτόχρονα, κάνει ξεκάθαρο άνοιγμα στην Ακροδεξιά, εκπροσωπώντας ένα κύμα συντηρητισμού και πατριωτισμού στην προσπάθεια της να αποτελέσει τον επόμενο διαχειριστή και εφαρμοστή των ίδιων νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Επιστρέφοντας στις εξαγγελίες για την «έξοδο», η πραγματικότητα που περιγράφει η κυβέρνηση είναι διαφορετική από αυτή που βιώνει η κοινωνία. Πράγματι, η ανάπτυξη που ευαγγελίζεται είναι υπαρκτή, και αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις, που ειδικά αυτά τα 8 χρόνια μνημονίων έχουν συσσωρεύσει κέρδη σε βάρος των εργαζόμενων και του περιβάλλοντος. Η επισφάλεια,  η μαύρη και ανασφάλιστη εργασία, οι ελαστικές μορφές απασχόλησης, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η μείωση του αφορολόγητου  αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά που περιγράφουν την εργασιακή πραγματικότητα των μνημονίων. Η νέοι/ες εργαζόμενοι/ες έρχονται αντιμέτωποι/ες με την επίθεση τα επαγγελματικά και εργασιακά τους δικαιώματα, ενώ μεγάλο μέρος της νεολαίας καλείται να επιλέξει είτε ανάμεσα στον εργασιακό μεσαίωνα είτε στην μετανάστευση. Όλα αυτά έχουν τεράστιες επιπτώσεις στην ψυχολογία των νέων ανθρώπων, αφού ειδικές μελέτες και στατιστικά στοιχεία δείχνουν πως οι εργασιακές εμπειρίες των νέων που απασχολούνται σε εργασία μερικής ή προσωρινής απασχόλησης (ειδικότερα όταν υποαπασχολούνται ή δουλεύουν σε εργασία χαμηλότερων προσόντων από αυτά που έχουν) μπορεί να θέτουν σε μεγαλύτερο κίνδυνο την ψυχική αλλά και σωματική τους υγεία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ντελιβεράδων, που καθημερινά ρισκάρουν τη ζωή τους στον δρόμο, αφού δεν υπάρχει κατάλληλος εξοπλισμός από τη μια, με αποτέλεσμα το συχνό φαινόμενο των ατυχημάτων, αλλά ούτε και η κατάλληλη κατοχύρωση των  δικαιωμάτων τους σε σχέση με αυτά που προσφέρουν, από την άλλη.

Η κυβέρνηση, συνεχίζοντας να εφαρμόζει τις μνημονιακές δεσμεύσεις, υλοποιεί την επίθεση σε πεδία που άλλες κυβερνήσεις είχαν στην προμετωπίδα της προεκλογικής του καμπάνιας. Έτσι, οι ιδιωτικοποιήσεις συνεχίζουν ακάθεκτες και η εμπορευματοποίηση των αγαθών (νερό, ενέργεια, παιδεία κλπ) καλά κρατεί. Παράλληλα, οι εξαγγελίες για την προστασία της 1ης κατοικίας διαψεύδονται από την ίδια τη πραγματικότητα παταγωδώς, αφού οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί υπάρχουν ως κανονικότητα, αλλά και από τη λήξη και αντικατάσταση του νόμου Κατσέλη από τον νέο νόμο, που μειώνει την αξία της 1ης κατοικίας και τις ασφαλιστικές δικλίδες που είχαν οι οφειλέτες έναντι των τραπεζών. Το τελευταίο ειδικά διάστημα στο προσκήνιο έρχονται οι διώξεις κατά αγωνιστών/αγωνιστριών του κινήματος κατά των πλειστηριασμών και η ποινικοποίηση της πολιτικής δράσης.

Οι συνέπειες των πολιτικών αυτών, της υποβάθμισης των ανθρώπινων ζωών σε αριθμών και του περιβάλλοντος σε απλό πεδίο κερδοφορίας καταδεικνύουν πως στο υπάρχον σύστημα όλα είναι μετρήσιμα. Σε μια σειρά περιοχών έχουν ξεκινήσει οι διεργασίες για έρευνες και εξορύξεις υδροδονανθράκων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ήπειρος, όπου βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο θέλει να επενδύσει, καταστρέφοντάς το περιβάλλον, αλλά και τη σημαντικότητα να επιτύχει αυτό  το σκοπό καθώς όποιος/α αντιστέκεται αντιμετωπίζεται με άγρια καταστολή και απειλές για τη ζωή του. Αντίστοιχο είναι και το παράδειγμα των Σκουριών, όπου η υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων έχει οδηγήσει στην καταστροφή του περιβάλλοντος και σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία  η συγκέντρωση μολύβδου στο ποτάμι Μαυρολάκκα από τα απόβλητα της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός» είναι στο 985% πάνω από το όριο. Όλα αυτά συνθέτουν το παρασκήνιο που στήνεται, με την νέα «Μεγάλη Ιδέα» της οικονομικής και πολιτικής ελίτ της χώρας να είναι ο «μαύρος χρυσός», που προβάλλεται ως βασικό μέσο για να βγούμε από τη γενικευμένη φτώχεια και τη μαζική ανεργία.

Με τη κουβέντα όλο αυτόν τον καιρό να τείνει προς τα δεξιά γίνεται ολοένα και πιο αντιληπτή η συντηριτικοποίηση της κοινωνίας με μία σειρά γεγονότων που αφορούν το προσφυγικό, τα έμφυλα ζητήματα αλλά και την εμφάνιση της νεοναζιστικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Σε μία συνθήκη που η Ακροδεξιά  διεκδικεί και κερδίζει χώρο οι φασίστες, εκμεταλλευόμενοι τα αντιδραστικά αντανακλαστικά μερίδας κόσμου, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν εκ νέου χώρο στο δρόμο με τα αποτελέσματα να είναι εμφανή (εμπρησμοί καταλήψεων, τρομοκρατία κλπ) και όλα αυτά στο απόγειο της δίκης της Χρυσής Αυγής. Την ίδια στιγμή λοιπόν που  η δική της Χρυσής Αυγής φτάνει στην τελική ευθεία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τροποποιεί το άρθρο 187 του ποινικού Κώδικα περί εγκληματικής οργάνωσης. Με την τροποποίηση αυτή, το αδίκημα της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης υποβιβάζεται σε απλή επιβαρυντική περίσταση του αδικήματος της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση. Η αλλαγή αυτή λοιπόν έρχεται σε μια χρονική στιγμή που αποτελεί δώρο για τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής, των οποίων τα αποδεικτικά της ενοχής τους στοιχεία έχουν αποδειχθεί πολλάκις το τελευταίο διάστημα στα δικαστήρια. Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, οι ποινές φυλάκισης θα μειωθούν σε 5 έως 10 (από 10 έως 20 χρόνια που είναι τώρα), πράγμα που θα σημαίνει ατιμωρησία και θα δώσει ενθάρρυνση σε τέτοια φασιστικά μορφώματα να συνεχίσουν την εγκληματική τους δράση.

Την ίδια στιγμή, στο αδιέξοδο που εμφανίζεται στο προσφυγικό με τα τεράστια προσφυγικά κύματα, την στρατιωτικοποίηση των συνόρων, την ανέγερση φραχτών και τη δημιουργία hot spot αποτυπώνονται οι κατευθύνσεις των κυρίαρχων, που θέτουν την ζωή των προσφύγων σε δεύτερη μοίρα. Σε αυτό το φόντο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει τις αντιμεταναστευτικές πολιτικές της, διατηρώντας την σύμφωνα ΕΕ-Τουρκίας, με τις επαναπροωθήσεις να έχουν γίνει μια κανονικότητα για την ζωή των προσφύγων. Ταυτόχρονα, παρά τους δήθεν ανταγωνισμούς της με το τουρκικό κράτος, σε συνεργασία με αυτό, με τη Frontex αλλά και με το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο, αποκλείει και τη θαλάσσια οδό στις συνεχείς προσφυγικές ροές συμβάλλοντας με την πολιτική της «αποτροπής» σε τραγικά ναυάγια με δεκάδες νεκρούς πρόσφυγες.

Κλείνοντας, διαπιστώνουμε πως η φτώχεια και οι εξαρτήσεις περιθωριοποιούνται και γίνονται αντικείμενο επιθέσεων. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τις μη στερεοτυπικές έμφυλες συμπεριφορές. Η δολοφονία/ λιντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου αλλά και οι γυναικοκτονίες της Ελένης Τ., της Αγγελικής Π. και πολλών άλλων γυναικών (τρεις μόνο το 2019) είναι η χαρακτηριστικότερη έκφραση της πατριαρχικής βίας. Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι η έμφυλη βία είναι άλλη μια έκφραση τάσης εκφασισμού μερίδας της κοινωνίας, αλλά και η χαρακτηριστικότερη απόδειξη του κινδύνου που αποτελεί μία κοινωνία συγκροτημένη στο κυρίαρχο, η οποία εν τέλει δεν μας χωράει. Έτσι, λοιπόν, μαχόμαστε ανοιχτά για την προώθηση και την υποστήριξη της ισότητας, της αυτοδιάθεσης αλλά και της κοινωνικής χειραφέτησης.

 

Πανεπιστήμιο

Επίθεση στο Πανεπιστήμιο

Στη σφαίρα του δημόσιου διαλόγου, με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση, διεξάγεται ακόμη μία επίθεση στη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση. Η συζήτηση για το Άρθρο 16 αποτελεί το όνειρο των «από πάνω» για ένα πανεπιστήμιο για λίγους, ένα πανεπιστήμιο όπου τα πιο ταξικά κομμάτια δεν θα έχουν χώρο. Το αφήγημα της αναθεώρησης στηρίζεται στην υποχρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, προβάλλοντας την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης ως τη μόνη βιώσιμη λύση απέναντι στην έλλειψη πόρων. Ένα ακόμη επιχείρημα είναι ότι με την εισαγωγή διδάκτρων και ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων η δημόσια εκπαίδευση θα γίνει πιο ανταγωνιστική. Ένα τέτοιο επιχείρημα όμως είναι κενό περιεχομένου, αφενός γιατί όποτε έχει προταθεί η ιδιωτικοποίηση κάποιου τομέα (βλ. σχολεία και νοσοκομεία) δεν συνεπάγεται η ανταγωνιστικότητα του και αφετέρου γιατί η εδραίωση ενός ιδιωτικού ιδρύματος, και άρα η ανταγωνιστικότητα του σε σχέση με τα δημόσια και ήδη εδραιωμένα, είναι μία διαδικασία που παίρνει καιρό. Ακόμη, το καθεστωτικό μπλοκ είναι εκείνο που επιδιώκει την αναθεώρηση του άρθρου 16, με το επιχείρημα της οικονομικής ελάφρυνσης τον φοιτητών που φεύγουν στο εξωτερικό, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί, αφενός γιατί όπως φαίνεται και στο παράδειγμα των πανεπιστημίων της Κύπρου, το κόστος φοίτησης παραμένει υψηλό. Παράλληλα, η μείωση των εισακτέων στα δημόσια πανεπιστήμια σε συνδυασμό με τα παραπάνω, σημαίνει τη δημιουργία πελατείας για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια.

Η επίθεση στον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως αυτή διεξαγόταν τα προηγούμενα χρόνια, γίνεται κάθε χρόνο όλο και πιο έντονη και πλέον θεσμοθετείται. Η ανάλυση που κάναμε παλιότερα, ότι δηλαδή η επίθεση στο Πανεπιστήμιο εφαρμόζεται αποσπασματικά, ισχύει ακόμη αλλά έως έναν βαθμό. Πλέον, η εφαρμογή του ν. Γαβρόγλου γίνεται πιο συνολική καθώς έχει κοινά χαρακτηριστικά σε πολλές σχολές (βλ. συγχωνεύσεις σχολών, όπως τα ΤΕΙ Αθήνας-Πειραιά, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας με το ΤΕΙ Θεσσαλίας). Παράλληλα αιχμές τις επίθεσης, όπως οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, η επίθεση στο άσυλο και η συζήτηση για το άρθρο 16, επηρεάζουν το σύνολο των Ιδρυμάτων και μία σειρά από σχολές με κοινά γνωστικά αντικείμενα. Η επίθεση στα Πανεπιστήμια, που επισφραγίζεται από τον νόμο Γαβρόγλου και τα δύο επόμενα νομοθετήματα, δημιουργούν έναν νέο χάρτη στην εκπαίδευση και αλλάζουν την λειτουργία των Ιδρυμάτων.

Βασιζόμενος στην υποχρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, που η ίδια η κυβέρνηση επιφέρει με τους μειωμένους προϋπολογισμούς, ο ν. Γαβρόγλου απομακρύνει βαθμιαία την κρατική χρηματοδότηση από τα Πανεπιστήμια. Αναγκάζει έτσι τις σχολές να ψάχνουν οικονομικούς πόρους, είτε μέσα από την έρευνα και τη σύνδεση της με ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε μέσα από την θεσμοθέτηση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά. Πιο συγκεκριμένα για τα μεταπτυχιακά, μία κατάσταση που υπήρχε σε επιμέρους σχολές πλέον γίνεται καθολική, κάνοντας τις μεταπτυχιακές σπουδές πεδίο κερδοφορίας για τα ιδρύματα και όχι μόνο, αν λάβει κανείς υπόψη το παράδειγμα άλλων χωρών, που χορηγούν φοιτητικά δάνεια σε όσους θέλουν να σπουδάσουν. Μετατρέπει δηλαδή τη γνώση σε εμπόρευμα και εισάγει ταξικούς φραγμούς στην εκπαίδευση, ανοίγοντας έτσι την πόρτα για την εισαγωγή διδάκτρων και στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών.

Παράλληλα, η υποχρηματοδότηση, που έχουν επιφέρει οι όλο και μειούμενοι προϋπολογισμοί στα Ιδρύματα, έχει πολλαπλά επακόλουθα στη λειτουργία των σχολών και στη φοιτητική καθημερινότητα. Το κόστος φοίτησης συνεχώς μετακυλίεται στις πλάτες των φοιτητ(ρι)ών. Παράλληλα η είσοδος εργολαβιών που διαχειρίζονται τη φοιτητική μέριμνα, την ανάγει σε πεδίο κερδοφορίας εις βάρος τόσο των φοιτητ(ρι)ών όσο και των εργαζομένων. Οι εργολαβίες, φιλοδοξώντας να έχουν το μέγιστο κέρδος, αδιαφορούν για την ποιότητα των φοιτητικών παροχών και κατ΄επέκταση για την υποβάθμιση των όρων με των οποίων σπουδάζουμε, με άμεσο επακόλουθο την κακή παροχή υπηρεσιών  αλλά και την αντιμετώπιση των φοιτητών ως πελάτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι φοιτητικές εστίες, όπου οι φοιτητές έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, όπως έλλειψη νερού, θέρμανσης, ρεύματος ενώ συνεχίζουν να κινητοποιούνται παράλληλα με τους φοιτητικούς συλλόγους για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι/ες μέσα στις εργολαβίες είναι υπαμειβόμενοι και οι εργασιακές σχέσεις στις εργολαβίες χαρακτηρίζονται από επισφάλεια.

Η διείσδυση του ιδιωτικού κεφαλαίου εντός των σχολών δεν περιορίζεται μόνο από τις εργολαβίες στη σίτιση, τη στέγαση και την καθαριότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαίτερα οι πιο «τεχνοκρατικές-τεχνικές» σχολές, λόγω της οικονομικής ανταποδοτικότητας που έχει η έρευνα σε αυτά τα πεδία, αποτελούν πόλο έλξης ιδιωτικών εταιρειών. Οι εταιρείες, προτιμούν την ανάθεση της έρευνας σε Πανεπιστημιακά Ιδρύματα λόγω πληθώρας παροχών. Από τη μια, η επιδίωξη για φθηνή και σε πολλές περιπτώσεις αμισθί εργασία, καλύπτεται με το παραπάνω, αφού λόγω του προτάγματος της αγοράς εργασίας για πλούσιο βιογραφικό δεν είναι λίγοι/ες αυτοί/ές που πρόθυμα θα δουλέψουν αμισθί, στην πιθανότητα εύρεσης εργασίας στο μέλλον. Από την άλλη, οι ίδιες οι επιχειρήσεις αντί να ξοδέψουν χρήματα για την αγορά μηχανημάτων και εγκαταστάσεων τα βρίσκουν έτοιμα, όπως αντίστοιχα και το επιστημονικό προσωπικό. Έτσι, η έρευνα συντελείται για τις ιδιωτικές εταιρίες, πολλές φορές ακόμη και για πολεμικούς εξοπλισμούς (βλ. πρόγραμμα Ranger στο ΕΜΠ), με τη σφραγίδα των δημόσιων Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων. Τα περισσότερα από τα ερευνητικά προγράμματα που επιλέγονται με γνώμονα την ανταποδοτικότητα δεν έχουν καμία σύνδεση με τις ανάγκες της κοινωνίας, ενώ η  γνώση που παράγεται δεν κοινωνικοποιείται, μένοντας στα χέρια των ιδιωτικών εταιριών που τα χρηματοδοτούν.

Η επίθεση στους φοιτητικού συλλόγους, που διεξάγεται τόσο από τα μέσα όσο και από τις καθεστωτικές δυνάμεις εντός κι εκτός Πανεπιστημίου, περνάει μέσα και από τον ν. Γαβρόγλου. Συγκεκριμένα, στον νόμο δεν αναφέρεται πουθενά η έννοια του φοιτητικού συλλόγου, αλλά και οι συλλογικές διαδικασίες και τα όργανα του. Παράλληλα η έννοια της «συνδιοίκησης», έτσι όπως αυτή αναφέρεται, πέραν του μικρού ποσοστού του 10% στα όργανα εκπροσώπησης (ΓΣΤ, Κοσμητεία, Πρυτανικό Συμβούλιο και Πρυτανεία), δεν μπορεί να δώσει καμία πραγματική ισχύ των φοιτητών στα όργανα. Πιο συγκεκριμένα, η αποδοχή της συνδιοίκησης, όπως αυτή υπάρχει τώρα, αδυνατεί να επιφέρει αλλαγή των συσχετισμών στα όργανα και πολύ περισσότερο βάζει τους φοιτητικούς συλλόγους σε θέση συναίνεσης στις αποφάσεις των οργάνων, όπως επίσης και νομιμοποιεί αντιδημοκρατικά όργανα, σαν αυτό της Κοσμητείας.

Ο νέος χάρτης σχολών, έτσι όπως διαμορφώνεται από τα νέα νομοθετήματα καθώς και από τις παλαιότερες μα εξίσου σημαντικές διαδικασίες, όπως η Συνθήκη της Μπολόνια, που αποτέλεσαν τομή στο εκπαιδευτικό σκηνικό, και φυσικά ο νόμος – πλαίσιο Διαμαντοπούλου και τα «21 σημεία»,  που συντάραξαν  τα φοιτητικά και όχι μόνο δεδομένα, δημιουργούν ένα συνολικότερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο τα Ιδρύματα θα δημιουργούν απόφοιτους/ες χωρίς σαφώς ορισμένα δικαιώματα, εύκολα εκμεταλλεύσιμους, που θα χρειάζονται συνεχή επανακατάρτιση. Πολλές από τις συγχωνεύσεις γίνονται χωρίς επιστημονικά κριτήρια, δημιουργούνται δηλαδή τμήματα χωρίς σαφώς ορισμένο επιστημονικό αντικείμενο και άρα χωρίς σαφή επαγγελματικά δικαιώματα. Πολλά από τα τμήματα αυτά, είτε αποτελούν ένα πολύ μικρό κομμάτι ενός γνωστικού αντικειμένου, είτε αποτελούν συγκόλληση πολλών επιστημονικών αντικειμένων, με βάση τις ανάγκες της αγοράς. Η επιλογή άλλωστε για την ίδρυση τμημάτων σχεδόν αποκλειστικά πάνω σε «τεχνοκρατικά» αντικείμενα δείχνει ακριβώς αυτό. Οι «ανθρωπιστικές επιστήμες», ως οικονομικά μη ανταποδοτικές, δεν επιλέγονται για την ίδρυση νέων τμημάτων. Αντί λοιπόν, απέναντι στην υποστελέχωση των ιδρυμάτων, να προτιμάται η ενίσχυση των ήδη υπαρχόντων τμημάτων με πόρους, υλικοτεχνικές υποδομές και αυξήσεις στο προσωπικό, το βάρος δίνεται στην ίδρυση νέων, που χωρίς την αύξηση των κονδυλίων θα υποφέρουν από τις ίδιες ελλείψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η δέσμευση για ίδρυση 4ης Νομικής στην Πάτρα, που αφενός αντιλαμβανόμαστε ότι θα είναι ένα τμήμα πλήρως εναρμονισμένο στις επιταγές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης (πρόγραμμα σπουδών-αλυσίδες μαθημάτων, δίδακτρα) και αφετέρου καταδεικνύει ότι σε μία περίοδο οξείας υποχρηματοδότησης το βάρος δίνεται στις σχολές που εξυπηρετούν την αγορά εργασίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις σχολές κοινωνικών επιστημών.

Αντίστοιχα, επιχειρείται, μέσα από τις διασπάσεις και συγχωνεύσεις σχολών, η αποστοίχιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων  από τα πτυχία. Αυτό συμβαίνει τόσο μέσα από τον νόμο Γαβρόγλου, αλλά και ως επιλογή των διοικήσεων των σχολών για αλλαγές στα προγράμματα σπουδών, που θα είναι όλο και περισσότερο προσαρμοσμένα στις ανάγκες της αγοράς. Όσον αφορά τις κυβερνητικές πολιτικές στο κομμάτι της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, με τις συγχωνεύσεις τμημάτων δημιουργούνται γνωστικά αντικείμενα με θολά επαγγελματικά δικαιώματα. Η δημιουργία νέων τμημάτων και συνεπακόλουθα νέων προγραμμάτων σπουδών, προσαρμοσμένων στην αγορά εργασίας, θα αποτελέσει ένα σημείο εκκίνησης για αλλαγές σε ήδη υπάρχοντα προγράμματα σπουδών, με πρόφαση τον «εκσυγχρονισμό» και την «εναρμόνιση» των τελευταίων με τα νέα.  Σε αυτό το πλαίσιο δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τη διάσπαση του τμήματος Φ.Π.Ψ του ΕΚΠΑ, καθώς δημιούργησε ερωτηματικά σε σχέση με τους στόχους και τις επιδιώξεις Υπουργείου και Κοσμητείας. Ακολουθώντας την πρόταση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, που σχετίζεται με τη δημιουργία δομής παροχής επάρκειας (επί πληρωμή και με καθορισμένο αριθμό εισαχθέντων) το Υπουργείο, σε αγαστή συνεργασία με την Κοσμητεία, προχώρησε στη διάσπαση του τμήματος και στη δημιουργία αυτόνομου τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικών αντίστοιχα, καθώς και στη μερική ενσωμάτωση του Ψ στο ήδη υπάρχον τμήμα Ψυχολογίας.

Με αφορμή τα παραπάνω ξέσπασε σειρά συνελεύσεων και καταλήψεων, ακριβώς γιατί σε περίοδο συγχωνεύσεων και κλεισίματος σχολών αυτονομείται και πριμοδοτείται ένα θολό σε περιεχόμενο τμήμα Παιδαγωγικών.  Η πρόταση του Υπουργείου, μάλιστα, όριζε το τμήμα να ονομαστεί  «Τμήμα Εκπαίδευσης Ενηλίκων», κάτι που αναδεικνύει την στρατηγική του Υπουργείου για δημιουργία εκπαιδευτικού δυναμικού ικανό να εκπαιδεύσει ενήλικες, ανοίγοντας τη δυνατότητα της σταδιακής απόσπασης της επάρκειας από τα πτυχία και την αντίστοιχη αποδυνάμωσή τους.

Παρά το ότι η τελική ονομασία που συμφωνήθηκε είναι «Τμήμα Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης»  δεν αναιρείται η μελλοντική πιθανότητα δημιουργίας μιας εντελώς αυτόνομης  δομής, που στόχο θα έχει να παρέχει την επάρκεια εντός και εκτός Φιλοσοφικής, πιθανά επί πληρωμή, ως επιπρόσθετο προσόν.

Ταυτόχρονα με τις ρυθμίσεις αυτές πραγματοποιούνται αλλαγές στη διαδικασία πρόσληψης και αξιολόγησης εκπαιδευτικών. Αυστηρά κριτήρια, πολλαπλές προϋποθέσεις και αμέτρητα προσόντα συναπαρτίζουν το λεγόμενο προσοντολόγιο, που αποτελεί το εργαλείο μοριοδότησης των εκπαιδευτικών για να προσληφθούν στο δημόσιο.  Καλλιεργείται έτσι ένα πλαίσιο διαγενειακής πάλης που έρχεται να δικαιολογήσει πιθανές απολύσεις  και το γεγονός ότι οι διορισμοί του ΑΣΕΠ είχαν «παγώσει» από το 2008. Στο πλαίσιο αυτό, νέοι και νέες έρχονται αντιμέτωποι/ες με μια άνιση και άδικη συνθήκη που αφορά την αποκρυστάλωση του δόγματος «Ειδίκευση-Αποειδίκευση-Επανακατάρτιση» κυνηγώντας  τον εμπλουτισμό του προσωπικού φακέλου προσόντων. Επιπροσθέτως, υποβαθμίζεται η βαρύτητα της προϋπηρεσίας, ενώ υπάρχει ως ενδεχόμενο η διαρκής αξιολόγηση με κριτήρια που ανά διετία επανακαθορίζονται.

Παράλληλα, η πανεπιστημιοποίηση κάποιων ΤΕΙ (βλ. Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής) είναι κενή περιεχομένου, αφού οι απόφοιτοι/ες τους θα αποτελούν μία ενδιάμεση κλάση εργαζομένων, πιο ευέλικτων και χαμηλά αμειβόμενων, που ταυτόχρονα θα αποτελούν πελατεία για τα μεταπτυχιακά των σχολών, αφού θα γνωρίζουν ότι η περαιτέρω κατάρτιση τους θα είναι αναγκαία για να έχουν ισότιμη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Επίσης, η αποστοίχιση των δικαιωμάτων από τα πτυχία, θα σημαίνει ότι το πτυχίο δεν αποτελεί την μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη για την είσοδο στην αγορά εργασίας, αλλά το πρώτο στάδιο ενός κύκλου συνεχούς επανακατάρτισης για την απόδοση των επαγγελματικών δικαιωμάτων.

Σε μία προσπάθεια μετατροπής των σχολών σε αποστειρωμένους χώρους κατάρτισης, που θα λειτουργούν ως χώρος κερδοφορίας, είναι αναγκαία η στοχοποίηση του ασύλου. Έτσι,  εδώ και ένα χρόνο, με αφορμή το νόμο Γαβρόγλου αλλά και με βάση την προεκλογική και μη ατζέντα της ΝΔ, έχει ξεκινήσει μία συντονισμένη προσπάθεια απονομιμοποίησης του στα μάτια των φοιτητών.  Χρησιμοποιώντας αφορμές ή υπαρκτά κοινωνικά ζητήματα, όπως η τοξικοεξάρτηση, παρουσιάζουν το άσυλο ως γενέτειρα φαινομένων παθογένειας και επιδιώκουν την άρση του. Παράλληλα, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποκλίνει από της ΝΔ, καθώς επιτρέπει στους πρυτάνεις να κλείνουν σχολές χωρίς την έγκριση των φοιτητικών συλλόγων και συγχρόνως δίνει σε αστυνομία και ΜΑΤ να πραγματοποιούν επιχειρήσεις – «σκούπες» γύρω από τα πανεπιστήμια, με πρόφαση το κύρος και την αισθητική των ιδρυμάτων. Μάλιστα, με το πρόσφατο πόρισμα Παρασκευόπουλου, η χρήση ναρκωτικών και άλλα πταίσματα εξισώνονται με πρακτικές του φοιτητικού κινήματος όπως οι καταλήψεις.

Όμως, μικροκλοπές και άλλα παρόμοια περιστατικά που τυχαίνει να συμβαίνουν σε πανεπιστημιακούς χώρους, αποτελούν καθημερινότητα, στο βαθμό που είναι καθημερινότητα για ολόκληρη την κοινωνία. Η εγκληματικότητα υπάρχει σε όλους τους χώρους, δημόσιους και μη, έχει κοινωνικά αίτια και προφανώς δεν αποτελεί απότοκο της ύπαρξης του ασύλου. Όπως και το ζήτημα της τοξικοεξάρτησης. Οι τοξικοεξαρτημένοι/ες στοχοποιούνται ως το «πρόβλημα» των σχολών, ενώ παραβλέπεται ηθελημένα η πραγματική ρίζα του ζητήματος, οι  κοινωνικές συνθήκες που στρέφουν τους τοξικοεξαρτημένους/ες στην χρήση.  Η ηλεκτρονική παρακολούθηση και οι εταιρίες security, που προτείνονται από τις καθεστωτικές δυνάμεις εντός και εκτός των πανεπιστημίων, δεν αποτελούν λύση, αλλά πολύ περισσότερο αποσκοπούν στην πειθάρχηση των φοιτητ(ρι)ών και ενίοτε στην ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης. Ούτως ή άλλως, σε περιπτώσεις κακουργημάτων, η παρούσα νομοθεσία προβλέπει ήδη την επέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων αυτεπαγγέλτως.

Έχει αξία να τονισθεί πως η άνθιση κάθε φοιτητικού, εργατικού, κοινωνικού κινήματος, είχε ως κοινή αφετηρία χώρους ασύλου, χώρους όχι μόνο ελεύθερης διακίνησης ιδεών, αλλά και πολιτικοποίησης και οργάνωσης των κινημάτων. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε πως το άσυλο είναι κεκτημένο του αντιδικτατορικού αγώνα. Είναι σημαντικό λοιπόν, τώρα που είναι πιο αναγκαίοι από ποτέ οι αγώνες για την κατοχύρωση και διασφάλιση του, να ξεφύγουμε από την ατζέντα που βάζουν οι κυρίαρχοι και να επανανοηματοδοτήσουμε την έννοιά του.

 

Η καθημερινότητα του φοιτητή/τριας

Ο νεοφιλελεύθερος και εντατικοποιημένος ρόλος που έχει «υιοθετηθεί» από το Πανεπιστήμιο τα τελευταία χρόνια και γίνεται ολοένα και πιο έντονος, διαπιστώνουμε ότι έχει ως βασικό στόχο τη διαμόρφωση μίας φοιτητικής ταυτότητας που σε μεγάλο βαθμό ενσωματώνει στοιχεία ατομισμού και καριερισμού. Καθώς το πανεπιστήμιο εναρμονίζεται ταχέως με την αγορά εργασίας και τους εξοντωτικά ανταγωνιστικούς νόμους της, ο χαρακτήρας του σαν παραγωγός ολοκληρωμένης γνώσης εξαρθρώνεται. Η γνώση διαιρείται σε χρήσιμη και άχρηστη και οι φοιτητ(ρι)ές, πιεσμένοι/ες από την οικονομική κατάσταση, επιζητούν μια γρήγορη περάτωση των σπουδών, προσανατολισμένη αυστηρά σε επαγγελματικούς στόχους. Ταυτόχρονα, εμπλέκονται σε σεμινάρια και εντατικά εργαστήρια εντός και εκτός του πανεπιστημιακού θεσμού για να ισχυροποιήσουν το βιογραφικό τους. Αυτή η διαδικασία μπορεί να κάνει τους/τις φοιτητές/τριες ικανούς σε συγκεκριμένα αντικείμενα, αλλά στερεί την συνολική εποπτεία της επιστήμης τους. Ο ανθρωπιστικός προσανατολισμός της επιστήμης υποσκελίζεται ευρέως για χάρη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αξίζει, λοιπόν, να γίνει ξεκάθαρο ότι το φαινόμενο που περιγράφουμε ως «εντατικοποίηση» των σπουδών δεν έχει κάποια θετική χροιά παραγωγής περισσότερης γνώσης: είναι μια έμφαση στην ταχύτητα εις βάρος της ποιότητας, στην οικονομική ανταποδοτικότητα εις βάρος των αναγκών. Το πανεπιστήμιο λειτουργεί σαν προθάλαμος, άρα και καθρέφτης, μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας, όπου η ζωή είναι προσανατολισμένη στην εργασία, με την τελευταία να είναι κάθε στιγμή διακύβευμα που καθορίζεται από τα κέρδη των αφεντικών. Οι συνέπειες είναι καταστροφικές στην ψυχολογία του/της φοιτητή/τριας. Με τον χαρακτήρα του πανεπιστημίου ως παραγωγού γνώσης είναι συνυφασμένο και το πανεπιστήμιο σαν χώρος αμφισβήτησης της εξουσίας. Συνδέεται με τα παραπάνω άρα και η στοχοποίηση της πολιτικής δράσης από τις ακαδημαϊκές ηγεσίες, σύσσωμο το συστημικό κομματικό φάσμα , τις αντιδραστικές παρατάξεις (ΔΑΠ, ΠΑΣΠ) και τα ΜΜΕ.

Επομένως, ένα βασικό συμπέρασμα αποτελεί το ότι η υπερεξειδίκευση της γνώσης με βάση τις αναγκαιότητες της αγοράς και η εντατικοποιήση των σπουδών είναι εκφάνσεις που συνθέτουν ένα ατέρμονο κυνήγι δεξιοτήτων. Η έλλειψη επαγγελματικής προοπτικής σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση και η προσπάθεια εξασφάλισης ενός πλήρους πακέτου προσόντων οδηγεί μάλλον σε μία νοοτροπία επιβίωσης, η οποία καλλιεργείται στην πληττόμενη νεολαία. Αυτό το άγχος της επιβίωσης και η οικονομική ανασφάλεια, πολύ έντονα ήδη από τα φοιτητικά χρόνια, ωθούν τους φοιτητές και τις φοιτήτριες στην παράλληλη εργασία και στη συντόμευση των σπουδών τους με αποτέλεσμα οι ίδιοι/ες να έχουν πλέον εξαιρετικά περιορισμένες χρονικότητες, υπό την διπλή ιδιότητα του/της φοιτητή/τριας-εργαζόμενου/ης. Αυτή λοιπόν η κατάσταση που διαμορφώνει την καθημερινότητα των φοιτητ(ρι)ών σε τόσο μεγάλο βαθμό δεν αφήνει περιθώρια για στοχασμό, αμφισβήτηση και ελεύθερο χρόνο για ενασχόληση με οτιδήποτε διαφορετικό, με αποτέλεσμα την απουσία τους από τις συλλογικές και κινηματικές διαδικασίες.  Επιπλέον, κρίσιμη αιτία αυτής της αποξένωσης των φοιτητ(ρι)ών αποτελεί το γεγονός ότι οι τελευταίοι/ες δεν αισθάνονται τον εαυτό τους ως οργανικό κομμάτι του συλλόγου.  Στο πλαίσιο αυτό η τάση  του ατομοκεντρισμού έχει καταστεί ηγεμονική, η απονέκρωση των συλλογικών διαδικασιών τείνει προς την κανονικότητα και οι μορφές συλλογικής δράσης συχνά δεν είναι οικείες προς το φοιτητικό σώμα.

Σε μια περίοδο που το κίνημα περνάει μια ιδιαίτερη κατάσταση, όπου αυτό που παρατηρούμε είναι διάφορες κινηματικές «εκλάμψεις», οι οποίες παρόλα αυτά δεν καταφέρνουν να κλιμακωθούν και να πάρουν μεγαλύτερα χαρακτηριστικά, μπορούμε να πούμε ότι μεγάλο κομμάτι των φοιτητών/ριών έχει ήδη ενσωματώσει την κυρίαρχη ιδέα που ποινικοποιεί την ενασχόλησή με την πολιτική και τη συλλογική ζωή. Η αμφισβήτηση, η επερώτηση και η ανησυχία έχουν αντικατασταθεί από την αδράνεια, την απάθεια και την υποταγή. Ακόμα και όταν οι κόμβοι της συγκυρίας επηρεάζουν τις ζωές των φοιτητών/τριών και εμποδίζουν τις σπουδές τους, οι τελευταίοι/ες, μη γνωρίζοντας το συλλογικό δρόμο, στρέφονται σε λογικές ανάθεσης και μη συμμετοχής και μετακυλίουν την επίλυση των εκάστοτε ζητημάτων στις πολιτικές δυνάμεις. Το πρότυπο, λοιπόν, του/της πειθήνιου/ας φοιτητή/τριας που δεν αντιδρά και δεν αντεπιτίθεται βλέπουμε πως καλλιεργείται, αναπαράγεται και διατηρείται με μεγάλη επιτυχία με φυσικό και επόμενο την απομαζικοποίηση και απονέκρωση των συλλογικών οργάνων και διαδικασιών. Ακόμη, θεωρούμε πως ο τρόπος διεξαγωγής των γενικών συνελεύσεων αυτή τη στιγμή δε λειτουργεί προωθητικά ως προς τη μαζικοποίηση τους και γι’ αυτό οφείλουμε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες να δώσουμε λόγο στους φοιτητές/τριες να βρεθούν στα αμφιθέατρα και να διεκδικήσουν μαζί μας όσα μας ανήκουν. Οι γενικές συνελεύσεις, ωστόσο, αποτελούν όλα αυτά τα χρόνια το σημαντικότερο πυρήνα οργάνωσης των αγώνων εντός των σχολών, με πολλά πρόσφατα παραδείγματα συλλογικών διεκδικήσεων που κατάφεραν να αποφέρουν υλικές νίκες και να εμπλέξουν σε αυτές  μεγάλο τμήμα των φοιτητικών συλλόγων, όπως είδαμε τους αγώνες των φοιτητ(ρι)ών στο ΤΕΙ Αθήνας, τη Φιλοσοφική ΕΚΠΑ, τους Πολιτικούς Μηχανικούς ΑΠΘ, την Αρχιτεκτονική Πάτρας και τους Ηλεκτρολόγους Βόλου. Τα παραδείγματα αυτά δεν αποτελούν λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά ένα κινηματικό συνεχές που επανεμφανίζεται ακόμη και στις δυσκολότερες συνθήκες, που δίνει την ελπίδα ότι η αδράνεια και η αδιαφορία μπορούν να καμφθούν, και οφείλουν να παίξουν ένα ρόλο «οδηγού» για όλους και όλες μας έτσι ώστε να συνεχίσουμε να παλεύουμε εντός του κοινωνικού μας χώρου και των συλλόγων μας. Την ίδια ώρα, υπάρχει και ένα κομμάτι της φοιτητικής νεολαίας που δεν έχει αναπαραστάσεις και βιώνει την υπάρχουσα κατάσταση και τα μνημόνια ως κανονικότητα. Οι φοιτητές/ριες αυτοί/ές, μέσα σε αυτό το εντατικοποιημένο και ασφυκτικό πλαίσιο, χωρίς να έχουν γνωρίσει αναπαραστάσεις νίκης αλλά και χωρίς να έχουν γνωρίσει την απογοήτευση της ήττας μπορούν να αντιληφθούν με άλλους όρους την αναγκαιότητα της αντίστασης και να αποτελέσουν ένα εν δυνάμει υποκείμενο της ρήξης.

Το ίδιο ισχύει και για το μαζικό, για τα δεδομένα της περιόδου, κίνημα των αναπληρωτών εκπαιδευτικών που εκδηλώθηκε ενάντια στο προσοντολόγιο και με διεκδίκηση τις μόνιμες προσλήψεις για την κάλυψη των κενών στα σχολεία. Η δυναμική που αναπτύχθηκε, αν και όχι άμεσα νικηφόρα, απέδειξε ότι όταν συνολικά το εκπαιδευτικό κίνημα (μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικοί) συναντηθεί μαζικά στο δρόμο, μπορεί να πετύχει νίκες και να αναδιατάξει την καθημερινότητά μας.

 

Σχεδιασμός για το επόμενο Διάστημα

Σε μια συνθήκη απαξίωσης και αποστροφής από την πολιτική ενασχόληση στις σχολές και επιλογής του ατομικού δρόμου, σε συνδυασμό με την εντεινόμενη επίθεση που δεχόμαστε ως φοιτήτ(ρι)ες (εντατικοποίηση, διπλή ταυτότητα φοιτητή/τριας – εργαζόμενου/ης, εκπαιδευτική αναδιάρθρωση), είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να δημιουργήσουμε τις συνθήκες και τους κόμβους που θα επαναφέρουν τη συλλογική διεκδίκηση και θα αναζωογονήσουν την συλλογική ζωή στις σχολές μας. Επομένως, τα σχήματα μας πρέπει να αποτελέσουν καταλύτη σε αυτή την προσπάθεια, με μια δυναμική παρέμβαση στις σχολές και, σε σύνδεση πάντα με τους εργαζομένους/ες, να αποτελέσουμε το αντίπαλο δέος που θα μπλοκάρει όλες εκείνες τις πολιτικές που δυσχεραίνουν τις σπουδές μας και την επαγγελματική μας προοπτική.

Σε ένα κλίμα που ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας του πανεπιστημίου μειώνεται και οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να αποκομίσουν κέρδη πάνω στις ανάγκες μας εμείς πρέπει να επαναφέρουμε το πανεπιστήμιο των αναγκών στο προσκήνιο. Ως Αρ.Εν., ανέκαθεν η παρουσία και η παρέμβασή μας μέσα στις σχολές κινούνταν στην κατεύθυνση της διεκδίκησης του οραματικού μας, δηλαδή τη δημιουργία του Πανεπιστημίου των Αναγκών μας. Κάνουμε λόγο για ένα Πανεπιστήμιο μακριά από σχέσεις ιεραρχίας και αυθεντίας, οριζόντιο και δημοκρατικό, όπου η γνώση θα παράγεται μέσα από το διάλογο και τη σύνθεση όλων μας. Η έρευνα και η γνώση που θέλουμε έχει ως γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες, και όχι τις ανάγκες τις αγοράς και των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι επιδιώκουμε ένα Πανεπιστήμιο εντός του οποίου όλα τα γνωστικά αντικείμενα, οι ανθρωπιστικές και οι θετικές επιστήμες, θα έχουν ίση βαρύτητα. Το Πανεπιστήμιο των Αναγκών μας είναι δημοκρατικό και ως προς τον τρόπο με τον οποίο διοικείται και λειτουργεί, καθώς σε αυτό έχουν εξ ίσου φωνή όσοι και όσες το απαρτίζουν, δηλαδή οι φοιτητ(ρι)ες, οι εργαζόμενοι/ες και οι καθηγητ(ρι)ες. Στο Πανεπιστήμιο αυτό δεν έχουν θέση οι ταξικοί φραγμοί, αλλά έχει δημόσιο, δωρεάν και προσβάσιμο χαρακτήρα, και είναι ανοιχτό σε όποιον/α θέλει να είναι τμήμα του, ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση ή άλλες παραμέτρους (π.χ. αναπηρία). Πρόκειται για ένα Πανεπιστήμιο οργανικά δεμένο με την κοινωνία, που επηρεάζεται από την κοινωνική κίνηση και παρεμβαίνει με τη σειρά του σε αυτήν, και δεν βρίσκεται απομονωμένο, έξω από τις πόλεις, αλλά και τις κοινωνικές εξελίξεις. Πρέπει να αναφερθεί ότι το Πανεπιστήμιο των Αναγκών δεν είναι, φυσικά, ένα άμεσα υλοποιήσιμο σχέδιο για την παιδεία. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τη σημασία του ως οδοδείκτη της παρέμβασής μας, καθώς, ξέροντας τι οραματιζόμαστε, ψηλαφίζουμε και το τι πρέπει να διεκδικούμε στο σήμερα. Καθώς, αυτή η μεθοδολογία προσπαθεί να φύγει από την παραδεδεγμένη τυπολογία της αντίστασης ενάντια στην επίθεση, και κατ’ ουσίαν να βάλουμε εμείς την ατζέντα επί των πολιτικών ζητημάτων. Το πρόταγμα του Πανεπιστημίου των Αναγκών μας προσπαθεί να περιγράψει κάθε πτυχή της ανάγκης: από την ανάγκη σε σίτιση, στέγαση, μεταφορές μέχρι την ανάγκη εμπλουτισμού του ακαδημαϊκού αντικειμένου και την μετατροπή του σύγχρονου αποστειρωμένου πανεπιστημίου σε ένα ζωντανό χώρο αναζήτησης και προβληματισμού.

1)Παρέμβαση

Στην κατεύθυνση αυτή τα σχήματα μας, επιστρέφοντας στις σχολές με μια καθημερινή παρουσία και αξιοποιώντας και αναβαθμίζοντας τα ήδη υπάρχοντα μέσα παρέμβασης, είναι σημαντικό να ανοίγουν θέματα που σχετίζονται άμεσα με την καθημερινότητα της φοιτητιώσας νεολαίας, αναδεικνύοντας τη σύνδεση τους με την γενικότερη νεοφιλελεύθερη πολιτική που ασκείται και πλήττει τις ζωές μας, εμπλέκοντας και ευαισθητοποιώντας παράλληλα τον ανένταχτο κόσμο. Το πιο εύφορο πεδίο για την ενεργοποίηση των αντανακλαστικών των φοιτητικών συλλόγων αποτελεί η Γενική Συνέλευση, το πιο αμεσοδημοκρατικό και οριζόντιο συλλογικό όργανο. Βασική μας στόχευση είναι η διαμόρφωση της διαδικασίας αυτής με τέτοιον τρόπο ώστε να αίρονται οι διαχωριστικές μεταξύ οργανωμένου και ανένταχτου κόσμου, ξεφεύγοντας από τη λογική ότι η πολιτική είναι για «λίγους/ες και εκλεκτούς/ες». Αντίθετα, η ριζοσπαστικοποίηση είναι μία σταδιακή διεργασία που γίνεται πατώντας πάνω σε συγκεκριμένους κόμβους και συγκεκριμένα πολιτικά επίδικα, καθώς και σε μικρές υλικές νίκες οι οποίες θα βελτιώνουν την φοιτητική καθημερινότητα και θα έχουν άμεση επιρροή στις ζωές και τις σπουδές των φοιτητ(ρι)ών. Στην εμπλοκή αυτή μπορεί να συμβάλει ο πειραματισμός με νέες μορφές συνελεύσεων (θεματικές και συνελεύσεις έτους) με παράλληλες ανοιχτές συνδιαμορφώσεις πλαισίων ΓΣ και minimum πολιτικά πλαίσια. Με αυτήν την οριζόντια και ανοιχτή διαδικασία θα δίνεται χώρος σε κάθε φοιτητή και φοιτήτρια να εκφραστεί ελεύθερα και να ακουστεί, καθιστώντας τη ΓΣ εκείνη την συλλογική διαδικασία που θα αποτελεί πεδίο προβληματισμού και πολιτικοποίησης και εφαλτήριο συλλογικής διεκδίκησης και αγώνα.

Η απομάκρυνση των φοιτητ(ρι)ών βέβαια από την πολιτική ζωή είναι κάτι που αποτυπώνεται στις συλλογικές διαδικασίες με τα αυξημένα ποσοστά αποχής. Οι συλλογικές διαδικασίες του συλλόγου και τα όργανα του δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους αλλά αποτελούν ένα συνεχές και η βελτίωση και ενίσχυση τους απολήγουν στην ανασυγκρότηση και μαζικοποίηση των φοιτητικών συλλόγων. Μόνη απάντηση στην τόσο εντεινόμενη επίθεση που δέχεται το πανεπιστήμιο, με την προσπάθεια καταστρατήγησης του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα του, της επίθεσης στο πανεπιστημιακό άσυλο, της διάσπασης των πτυχίων και της αποστοίχισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων, είναι η απάντηση που θα δώσει η φοιτητική νεολαία συλλογικά, συνολικά και ενιαία, για να μην αφήνει να αποφασίζουν άλλοι για αυτήν χωρίς αυτήν.

Σε ένα κλίμα γενικότερης απομαζικοποίησης των διαδικασιών των συλλόγων και οι φοιτητικές εκλογές δεν θα μπορούσαν παρά να μην επηρεάζονται.  Είναι γεγονός ότι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μέσα και από την επιρροή της κεντρικής πολιτικής σκηνής, οι εκλογές χαρακτηρίζονται από την ολοένα και αυξανόμενη αποχή. Αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της αντίληψης που προβάλλεται, πως ο συλλογικός δρόμος αδυνατεί να επιφέρει νίκες,  αλλά και της  αποστροφής του κόσμου για τη διαπάλη εκλογικών μηχανισμών που συντελείται με ευθύνες των καθεστωτικών δυνάμεων.  Μεταξύ άλλων, τα υψηλά ποσοστά αποχής συνεπάγονται και την απονομιμοποίηση των συλλογικών οργάνων, αρχικά του Διοικητικού Συμβουλίου και κατ’επέκταση και της Γενικής Συνέλευσης και άρα αντιλαμβανόμαστε πως η αύξηση της αποχής θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια την υπόσταση των Φοιτητικών Συλλόγων. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, που η ΑΡΕΝ θα κληθεί να εμπλακεί το επόμενο διάστημα, οφείλει να βάζει τα δικά της χαρακτηριστικά, προσπαθώντας να αποτυπώσει μία δική της αντίληψη τόσο απέναντι στην αποχή αλλά και απέναντι στην επίθεση που δέχονται οι φοιτητικοί σύλλογοι και οι διαδικασίες τους το τελευταίο διάστημα.

Παρότι η παρέμβαση της ΑΡΕΝ δεν βασίζεται κυρίαρχα στις εκλογές, δεν μπορούμε παρά να μην αναγνωρίσουμε ότι αποτελούν κόμβο για το επόμενο διάστημα, και άρα ως τέτοιον τις ιεραρχούμε. Αναγνωρίζουμε ότι οι εκλογές αποτελούν πρώτα και κύρια δημοκρατία για τους συλλόγους και σε μία διαδικασία υπεράσπισης των συλλόγων και των διαδικασιών τους, οφείλουμε να βρούμε τρόπους να τις μαζικοποιήσουμε. Απέναντι στις δυνάμεις, που θέλουν τις εκλογές ως «ξένο σώμα» έξω από τους πανεπιστημιακούς χώρους, που επιβαρύνουν την επίθεση στο άσυλο ζητώντας την διεξαγωγή τους εκτός των χώρων ασύλου, οφείλουμε να υπερασπιστούμε τις εκλογές, ως δημοκρατική διαδικασία των συλλόγων. Διαδικασία που όχι μόνο μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς δυνάμεων μέσα στα όργανα των συλλόγων αλλά και να αποτελέσει την έκφραση της αντίθεσης στις κυρίαρχες πολιτικές που εκφράζουν οι καθεστωτικές δυνάμεις μέσα στα Πανεπιστήμια. Σε αυτά απαντούν και τα ενωτικά κατεβάσματα με τις δυνάμεις των ΕΑΑΚ και ΑΡΔΙΝ, που μπορούν να δώσουν τόσο ένα ενωτικό στίγμα, απέναντι στην πολυδιάσπαση αλλά και την αποχή, φέρνοντας τους συλλόγους σε καλύτερες θέσεις μάχης.

Το επόμενο διάστημα η παρέμβαση μας πρέπει να εστιάζει στους δύο βασικούς άξονες της επίθεσης, το άσυλο και τα επαγγελματικά δικαιώματα. Δεν είναι τυχαίο που η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 ανοίγει την περίοδο που η επίθεση στην εκπαίδευση οξύνεται. Η αναθεώρηση του άρθρου 16 και η κατάργηση του ασύλου όχι μόνο θα καταστρατηγήσει εντελώς το Δημόσιο και Δωρεάν χαρακτήρα της παιδείας θέτοντας παράλληλα και ταξικούς φραγμούς, αλλά αφενός μας επιβάλλει να αγωνιζόμαστε για τα αυτονόητα και αφετέρου μας περιορίζει το χώρο πολιτικής δράσης και συλλογικής διεκδίκησης. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι στόχος είναι όχι μόνο η όξυνση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης αλλά και η εξάλειψη οποιασδήποτε συλλογικής διεκδίκησης μέσω της κατάργησης του ασύλου. Είναι καθοριστικής σημασίας να ορθώσουμε ισχυρές αντιστάσεις για να υπερασπιστούμε τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα του πανεπιστημίου αλλά και το πανεπιστήμιο σαν ένα χώρο πολιτικοποίησης και αμφισβήτησης. Παράλληλα, με τη διαμόρφωση προγραμμάτων σπουδών και τμημάτων κομμένων και ραμμένων στις ανάγκες του κεφαλαίου και της αγοράς η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα, γεγονός που πρέπει να μας προβληματίσει και να ανοίξει μια κουβέντα επαναπροσδορισμού των γνωστικών μας αντικειμένων και αναψηλάφισης της γνώσης όπως εμείς την οραματιζόμαστε, μια γνώση κοινωνικά χρήσιμη η οποία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αφύπνισης και συλλογικής διεκδίκησης για τους πληττόμενους/ες και όχι για το κεφάλαιο και όχι εμποτισμένη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε πως από κοινού με τις υπόλοιπες δυνάμεις της φοιτητικής αριστεράς θα συσπειρώσουμε τους φοιτητές/τριες, ώστε να εμποδίσουμε την περαιτέρω διάλυση των σπουδών και της εργασιακής μας προοπτικής. Για ένα πανεπιστήμιο δωρεάν, δημόσιο, εστία αμφισβήτησης, για κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα, για το πανεπιστήμιο των αναγκών μας.

 

2)Επανοικειοποίηση του Πανεπιστημίου

Σε ένα κλίμα απογοήτευσης και επιλογής του ατομικού δρόμου, αποτελεί διακύβευμα να μετατρέψουμε τους κοινωνικούς μας χώρους από στείρα ακαδημαϊκά κέντρα σε εστίες κοινωνικοποίησης, πολιτικής αλληλεπίδρασης και πολιτιστικού αντιπροτάγματος, προβληματισμού και αμφισβήτησης. Ως Αριστερή Ενότητα πάγια αξιοποιούμε ποικίλους τρόπους επανοικειοποίησης του πανεπιστημίου μέσα από φεστιβάλ, προβολές ταινιών, εκδηλώσεις και αντιμαθήματα καθώς και πρόταξη των αναγκών των φοιτητών μέσα από στέκια, φόρουμ αμφίδρομης ανταλλαγής υλικού και συζήτησης μεταξύ των φοιτητ(ρι)ών, ομάδες φύλου, τα οποία στόχο έχουν να προσδώσουν στις σχολές μας ένα διαφορετικό ριζοσπαστικό τόνο και ζωντάνια. Όλα τα παραπάνω, αποτελούν αντιπαράδειγμα στην κυρίαρχη ιδεολογία η οποία έχει εισβάλλει στο πανεπιστήμιο εντατικοποιώντας τις ζωές μας. Σε κάθε περίπτωση, και ως δικτύωση η οποία αντιλαμβάνεται την ανάγκη να επικοινωνεί το λόγο της ως διαφορετικό και ριζοσπαστικό αφήγημα, το οποίο είναι βασισμένο στις ανάγκες του φοιτητικού κόσμου, θα ήταν γόνιμο να μη διστάσουμε να θέσουμε τα υπάρχοντα μέσα συνδικαλισμού σε μια διαδικασία εμπλουτισμού. Έτσι, αναζητώντας και δημιουργώντας νέους τρόπους παρέμβασης, θα καταφέρουμε να συστήσουμε με τους δικούς μας όρους την ταυτότητα παρουσίας μας. Άλλωστε, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί ο ανοιχτός χαρακτήρας του Πανεπιστημίου ως ελεύθερου κοινωνικού χώρου πολιτικού προβληματισμού, κοινωνικοποίησης και πολυεπίπεδης ανάπτυξης των προσωπικοτήτων των φοιτητών/τριών.

 

3) Σύνδεση με την κοινωνία

Ως Αριστερή Ενότητα πάγια αντιμετωπίζουμε το Πανεπιστήμιο ως οργανικό κομμάτι της κοινωνίας και άμεσα συνδεόμενο με αυτή, μια σύνδεση που γίνεται φανερή τόσο με τη διπλή ταυτότητα φοιτητή/τριας εργαζομένου/ης στο τώρα, όσο και με την ταυτότητα του αυριανού/ης εργαζόμενου/ης. Το Πανεπιστήμιο αποτελεί τον κοινωνικό μας χώρο ακριβώς γιατί μέσα σε αυτό ανοίγουμε ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα ευαισθητοποιώντας και εκκινώντας την κουβέντα πάνω σε αυτά, ενώ παράλληλα ανάγουμε φοιτητικά ζητήματα σε ευρύτερες πολιτικές και στοχεύσεις καθώς και στη γενικότερη συγκυρία. Ιδιαίτερα, λοιπόν, σε μία κατάσταση που η επίθεση στα λαϊκά στρώματα λαμβάνει όλο και πιο οξυμένα χαρακτηριστικά, η παρέμβαση μας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα ζητήματα του πανεπιστημίου. Το επόμενο διάστημα, έτσι, είναι αναγκαίο να σπείρουμε στους κοινωνικούς μας χώρους τον προβληματισμό και την αμφισβήτηση θίγοντας όλα εκείνα τα θέματα με τα οποία καταπιανόμαστε και αποτελούν τα ταυτοτικά μας χαρακτηριστικά, στήνοντας πρωτοβουλίες, καμπάνιες και δρώμενα. Και αυτή θα πρέπει να είναι μία διαδικασία πολιτικοποίησης που να απαντάει στο δόγμα ΤΙΝΑ και στην απογοήτευση της νεολαίας, αναδεικνύοντας σε κάθε ζήτημα και τις ευθύνες της κυβερνητικής πολιτικής.

 

  • Αντιρατσισμός-Αντιφασισμός

Ζητήματα όπως ο αντιφασισμός και ο αντιρατσισμός πάντα ιεραρχούνται ψηλά όσον αφορά την παρέμβαση μας, πόσο μάλλον σε μια περίοδο που η ακροδεξιά ρητορική κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος, τόσο σε διεθνές όσο και σε εγχώριο επίπεδο, παίρνοντας διάφορες μορφές. Κρύβεται πίσω από τα δήθεν φιλοπατριωτικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, πίσω από δήθεν αγνά αισθήματα και ιδανικά εθνικής ταυτότητας, πίσω από τις μολότοφ που καίνε σπίτια μεταναστών και δομές στήριξης και αλληλεγγύης προσφύγων, πίσω από την ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, πίσω από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα Hot Spot που σκοτώνουν αργά και βασανιστικά. Η άνοδος της ακροδεξιάς, με αργά και σταθερά βήματα, στην χώρα μας συντελείται εν είδη συσπείρωσης γύρω από μια εθνική αφήγηση περί στιβαρής εθνικής ταυτότητας, ένα αφήγημα που καταστρώνουν η Εκκλησία και η Χρυσή Αυγή από κοινού. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει και της ολοκλήρωσης της δίκης της ΧΑ με την εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης, καθιστούν την παρουσία μας αναγκαία πλάι στο αντιφασιστικό κίνημα τόσο στις δικαστικές αίθουσες, όσο και στο δρόμο.

 

Παράλληλα, με όπλο μας την διεθνιστική αλληλεγγύη, έχουμε καθήκον να αντιπαλέψουμε τις πολιτικές θεσμικού ρατσισμού της κυβέρνησης, που στρώνουν τον δρόμο στην επέλαση της ακροδεξιάς. Απέναντι στις πολιτικές της Ευρώπης φρούριο, των φραχτών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, διεκδικούμε την κατάργηση της επαίσχυντης συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας. Επιπλέον οφείλουμε να στηρίζουμε και να ενισχύουμε εγχειρήματα αλληλεγγύης και καταλήψεις στέγης, τόσο γιατί αποτελούν έμπρακτα αντιπαραδείγματα πολιτικής πρακτικής, όσο και ως οριζόντιους και αυτοοργανωμένους χώρους στους οποίους δημιουργούμε συλλογικές αναπαραστάσεις μέσα από διαδραστικές διαδικασίες ανταλλαγής χαρακτηριστικών. Σε αυτή την κατεύθυνση είναι και η παρέμβασή στα κέντρα κράτησης προσφύγων και την προσπάθεια μας για κοινούς αγώνες ντόπιων και προσφύγων απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που μας εξαθλιώνουν. Τέλος δίνουμε τη μάχη ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους που γεννούν τα καραβάνια των προσφύγων, διεκδικώντας και την απεμπλοκή της Ελλάδας από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Ακόμη, πρέπει να συνεχίσουμε να παλεύουμε για τη δημιουργία ανοιχτών δομών φιλοξενίας με αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης, για την ένταξη των προσφύγων στον αστικό ιστό, για την ελεύθερη διέλευση των προσφύγων μέσα από ασφαλείς διόδους, για την ικανοποίηση των αιτημάτων οικογενειακής επανένωσης, για τη χορήγηση ασύλου καθώς και για την ισότιμη πρόσβαση των προσφύγων στην εκπαίδευση.

Ως Αριστερή Ενότητα, επομένως, οφείλουμε να αντιπαλέψουμε εντός και εκτός σχολών τόσο τον ρατσισμό όσο και τον φασισμό, μέσω της καθημερινής μας παρέμβασης αλλά και με την εμπλοκή μας στα κινηματικά γεγονότα αλλά και στις δομές αλληλεγγύης.

 

  • Έμφυλες διακρίσεις

Για άλλη μια φορά, η συγκυρία αποδεικνύει ότι οι έμφυλες καταπιέσεις αποτελούν απτή πραγματικότητα. Τα πατριαρχικά πρότυπα εξακολουθούν να κατέχουν τον έλεγχο στην κοινωνία. Σε κάθε χώρο, είτε είναι το σπίτι, η δουλειά, το πανεπιστήμιο ή ο δρόμος, ο σεξισμός, η ομο/τρανσ-φοβία, η βία και οι διακρίσεις είναι παρούσες. Ιδιαίτερα τον τελευταίο ένα χρόνο έχουμε δει μια σειρά από περιστατικά ωμής έμφυλης βίας: υποθέσεις γυναικοκτονιών (Ρόδος, Σητεία, Λευκίμη), βιασμών, σεξουαλικής παρενόχλησης στις σχολές, στο δρόμο, στο οικογενειακό περιβάλλον. Τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι στην «πολιτισμένη Δύση» τα σώματα των γυναικών εξακολουθούν να αποτελούν καθημερινά πεδίο μάχης. Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αμβλύνουν αλλά αντίθετα διαιωνίζουν και ενισχύουν το καθεστώς θεσμικού σεξισμού.

Είναι πιο αναγκαίο από ποτέ, λοιπόν, να στηρίζουμε και να είμαστε μέρος του φεμινιστικού κινήματος και να  παλεύουμε για τις διεκδικήσεις κάθε έμφυλης ομάδας, συνδέοντας με διαλεκτικό τρόπο τα αιτήματά αυτά με το ευρύτερο κίνημα, αιτήματα που εκφράζουν και συνέχουν κι εμάς τους/τις ίδιους/ες. Ένα κίνημα που αφενός θα παλεύει απέναντι στο θεσμικό σεξισμό και την έμφυλη βία, αφετέρου που,  ακόμη και στο εσωτερικό του, θα στιγματίζει κάθε σεξιστική συμπεριφορά και θα την καταπολεμά. Με αφετηρία την 8η Μάρτη, αγωνιζόμαστε για την κατοχύρωση του δικαιώματος γενικής απεργίας σε πανελλαδικό επίπεδο για κάθε γυναίκα και lgbtqi+ υποκείμενο, έχοντας κάνει την παραδοχή ότι το φεμινιστικό κίνημα είναι κατά βάση συμπεριληπτικό. Με βασικό άξονα την συμπερίληψη λοιπόν αγωνιζόμαστε σε πολλαπλά μέτωπα όπως, αναφορικά, στον αγώνα ενάντια στην τροποποίηση του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα για το βιασμό, που όχι μόνο δεν βελτιώνει την ήδη προβληματική τυποποίηση του βιασμού, αλλά τον γυρίζει πολλά χρόνια πίσω εντείνοντας την επίθεση ενάντια των γυναικών. Απαιτούμε και παλεύουμε, λοιπόν, για την βελτίωση των ποινικών νόμων, σχετικά με τα εγκλήματα σεξουαλικής βίας, ώστε να σταματήσει πλέον η καταδίκη των θυμάτων σαν να ήταν θύτριες. Δρούμε για δημιουργία οργανωμένων μονάδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όπως γυναικολογικές κλινικές και δωρεάν εξετάσεις για καρκίνο του μαστού ή τεστ ΠΑΠ. Διεκδικούμε ίση αμοιβή για ίση εργασία, δημόσιες και δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες (παιδικοί σταθμοί κ.α.), κρατικές δομές ψυχολογικής στήριξης για γυναίκες θύματα της έμφυλης βίας σε πανεπιστήμια, χώρους εργασίας κοκ.

Στο ίδιο πλαίσιο η ομο/τρανσφοβία επίσης κάνουν την εμφάνιση τους καθημερινά (ομοφοβική επίθεση στο athens check point, ομοφοβικές αντιδράσεις στη δολοφονία Ζακ Κωστόπουλου κ.α.). Και εδώ η κυβέρνηση έχει πολύ συγκεκριμένες ευθύνες με χαρακτηριστικό το παράδειγμα της μη νομοθέτησης του δικαιώματος τεκνοθεσίας για τα ομόφυλα ζευγάρια. Παλεύουμε για ουσιαστική ισότητα, εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των lgbtqi+ ατόμων, με συγκεκριμένα μέτρα υπέρ τους (π.χ. δωρεάν καλυπτόμενη από το κράτος ορμονοθεραπεία μετάβασης καθώς και εγχείρηση επαναπροσδιορισμού φύλου). Ωστόσο, αναγνωρίζοντας πως σε μεγάλο βαθμό η εξουσιαστική αντίληψη που περιβάλλει τις έμφυλες σχέσεις διαπερνά και την εκπαίδευση, την οικογένεια και την κοινωνία, είναι ανάγκη να παλέψουμε και για την εισαγωγή των μαθήματων της σεξουαλικής αγωγής και του gender equality σε κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης, στην κατεύθυνση μιας ουσιαστικής έμφυλης ισότητας. Κι αυτό διότι μέχρι στιγμής η θεσμικά κατοχυρωμένη ισότητα δεν ικανοποιεί κανένα αίσθημα δικαίου. Στη λογική της αυτοοργάνωσης, στηρίζουμε και συμμετέχουμε σε ομάδες γυναικών και lgbtqi+ ατόμων και μαζί αγωνιζόμαστε για την ορατότητα, την αυτοδιάθεση και τη χειραφέτησή μας, με την οργάνωση πορείας Pride χωρίς χορηγούς και κεφάλαιο. Εν γένει αντιπαλεύουμε κάθε νοοτροπία που θέλει τις γυναίκες και τα lgbtqi+ άτομα υποταγμένα και δια βίου καταδυναστευμένα.

 

  • Κοινωνικοί αποκλεισμοί/ Ανάπηροι, Τοξικοεξαρτημένοι

Το αυταρχικό πρόσωπο της κοινωνίας αντανακλάται, μεταξύ άλλων, και στην αντιμετώπιση των ανάπηρων και τοξικοεξαρτημένων ατόμων. Οι άνθρωποι αυτοί, βίαια κι άδικα εξωθημένοι στο περιθώριο από τον περίγυρό τους και το κράτος, συχνά αντιμετωπίζονται με λύπηση, αν όχι με απάθεια. Σαν αποτέλεσμα, αφήνονται στο έλεος της καταστροφής από τα προβλήματά τους, που στο τέλος κανονικοποιούνται και δεν προκαλούν καμία έκπληξη. Το στοίχημα που έχουμε να κερδίσουμε είναι η ανάδειξη των αληθινών αιτιών που έχουν οδηγήσει εκείνα τα άτομα στην αφάνεια, και δεν είναι άλλα από το καπιταλιστικό, ρατσιστικό και συντηρητικό κοινωνικό πλέγμα που μας περιβάλλει κι απορρίπτει κάθε τι διαφορετικό και παρεκλίνον από το κανονικό. Σ’ ένα τέτοιο αφιλόξενο κλίμα πρέπει να αντισταθούμε δυναμικά  και, θέτοντας σε πρώτο πλάνο την ανθρώπινη προσωπικότητα, να αντιπροτάξουμε την αλληλεγγύη και να διεκδικήσουμε μια ζωή με αξιοπρέπεια και ισότητα για όλους/ες. Ενάντια στο αδιέξοδο, στο οποίο το ίδιο το σύστημα σπρώχνει τις ευαίσθητες αυτές κοινωνικές ομάδες, τις τόσο διαφορετικές μα και κοντινές σε εμάς, οφείλουμε να απαιτήσουμε χρηματοδότηση για επαρκείς δομές πρόνοιας αλλά και κρατική μέριμνα για ομαλή επανένταξη στον αστικό και κοινωνικό ιστό, με παροχή ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση, στην εύρεση εργασίας και εν γένει στην πρόσβαση σε κάθε αυτονόητη πτυχή της καθημερινότητας. Παράλληλα, ειδικά για την τοξικοεξάρτηση, πρέπει να δούμε ως πραγματικούς εγκληματίες τους εμπόρους ναρκωτικών, κι όχι τους χρήστες. Γι’αυτό, πολεμάμε την μικροπολιτική προπαγάνδα από ΜΜΕ, ΝΔ και ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, που μιλά για ανομία εντός του πανεπιστημίου και συνδέει το εμπόριο ναρκωτικών με το άσυλο, το φοιτητικό κίνημα και τους αγώνες του. Τέλος, καταγγέλλουμε απόλυτα απάνθρωπες λογικές «προσβολής της αισθητικής» ή άλλες, που υποστηρίζουν την καταστολή με «σκούπες» της αστυνομίας. Μαζί διεκδικούμε τον κοινωνικό χώρο που μας αναλογεί, μαζί αγωνιζόμαστε για την κοινή κοινωνική μας χειραφέτηση.

 

  • Ριζοσπαστική Οικολογία

Μέσα στην μεταμνημονιακή συγκυρία, όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους να στραφούν σε νέες επενδύσεις και να βγουν στις αγορές, οξύνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο γίνεται ολοένα και πιο φανερό πως οι ανθρώπινες ζωές και η φύση δεν υπολογίζονται μπροστά στα κέρδη πολυεθνικών και κυβερνήσεων. Τη στιγμή που η δίκη των Σκουριών συνεχίζεται και οι καταστροφικές συνέπειες των εξορύξεων χρυσού είναι ακόμη νωπές, η κυβέρνηση προχωρά σε συμφωνία για παραχώρηση οικοπέδων προς εξορύξεις υδρογονανθράκων, αδιαφορώντας για το κόστος στο φυσικό περιβάλλον. Κόντρα όμως σε μια λογική αδράνειας και στις πολιτικές που ευαγγελίζονται κυβέρνηση και πετρελαϊκές, τα περιβαλλοντικά κοινωνικά κινήματα ανασυγκροτούνται και λαμβάνουν πιο διευρυμένα χαρακτηριστικά με πολλές εστίες αγώνα, όπως η Αθήνα, η Ήπειρος, το Ιόνιο και ο Βόλος, με την επίθεση στο τελευταίο να παίρνει άλλη μορφή καθώς οι κάτοικοι πλήττονται εδώ και χρόνια από επιχειρήσεις καύσεις απορριμμάτων. Παίρνοντας θέση και υιοθετώντας μια ανάλυση που θέτει ως προτεραιότητα την ανθρώπινη ζωή και τη φύση, τασσόμαστε υπέρ των κοινωνικών κινημάτων που μπλοκάρουν οποιαδήποτε στροφή στο ήδη υπάρχον σύστημα ενεργειακής φτώχειας και ζητάμε τη στροφή σε ένα ενεργειακά καθαρότερο μοντέλο, χωρίς να μετακυληθεί το κόστος αυτής της μετατροπής στον άνθρωπο. Ενάντια σε ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών και περιβαλλοντικές καταστροφές θα στηρίζουμε τα κινήματα που αποτελούν ανάχωμα για τα παραπάνω και προβάλλουν το δικό τους αντιπρόταγμα με άξονα πάντα τη φύση και τη ζωή.

 

  • Εργασιακά

Ανέκαθεν στα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της Αριστερής Ενότητας ανήκε η διεκδίκηση των αυτονόητων εργασιακών δικαιωμάτων και συνθηκών και η συμπόρευση με τους αγώνες των εργαζομένων. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η ταυτότητα του/της φοιτητή/φοιτήτριας είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με αυτήν του /της εργαζομένου/εργαζόμενης, οι αγώνες αυτοί παίρνουν μία άλλη διάσταση και για τις δικές μας διεκδικήσεις. Σε μία συγκυρία, που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υλοποιεί όλες τις εργασιακές  αναπροσαρμογές, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την θέση των εργαζομένων/ες, είναι αναγκαία η υποστήριξη με κάθε τρόπο στην ύπαρξη αντιστάσεων κόντρα στις εργασιακές συνθήκες που μας ετοιμάζουν. Η πλασματική αύξηση του κατώτατου μισθού, ταυτόχρονα με την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και τη μείωση του αφορολογήτου, οφείλει να μην αποπροσανατολίσει κανέναν και καμία από τις πραγματικές ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης, που προχωράει ακόμη περισσότερο την εργασιακή αναδιάρθρωση με στόχο την αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων. Οι πολιτικές αυτές είναι υπεύθυνες για τα ποσοστά ανεργίας που εξακολουθούν να βρίσκονται στα ύψη, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας που έχουν πλήρως υποκαταστήσει το πάλαι πότε καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ενώ είναι πλέον πολύ συχνά τα ακραία περιστατικά ωμής βίας και εργοδοτικής τρομοκρατίας που λαμβάνουν χώρα. Η φοιτητική νεολαία έχει και θα έχει πάντα χώρο να δώσει τους δικούς της αγώνες, μαζί με τους εργαζόμενους/ες κόντρα στον εργασιακό μεσαίωνα.

 

Ανασύνθεση

Η κατάσταση απογοήτευσης και κινηματικής στασιμότητας που παρατηρείται στην κοινωνία δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο το Πανεπιστήμιο. Η τάση απομάκρυνσης από τη συλλογική ζωή, το μαράζωμα των διαδικασιών των συλλόγων και η δυσπιστία στην αποτελεσματικότητα των συλλογικών διεκδικήσεων είναι εμφανής. Η φοιτητική αριστερά από τη μεριά της δεν φαίνεται να μπορεί να συγκροτήσει τις απαραίτητες αντιστάσεις απέναντι στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και στην κρίση που διανύει ο φοιτητικός συνδικαλισμός. Ως Αριστερή Ενότητα έχουμε αντιληφθεί αυτή τη συνθήκη και σε αυτή τη λογική έχουμε επιδιώξει τα τελευταία χρόνια την ευρεία και ουσιαστική συνεννόηση της Αριστεράς, θέτοντας με εμφατικό τρόπο το ζήτημα της ανασύνθεσης ως μια διαδικασία πολιτικής εμβάθυνσης που έχει ως στόχο την ανασυγκρότηση του φοιτητικού συλλόγου και να απαντήσει στα υπαρκτά προβλήματα στα οποία αναφερθήκαμε.

Η διαδικασία αυτή για εμάς διέρχεται μέσα από την διάδραση, τη δημιουργία συντροφικών δεσμών, την εμπλοκή του κόσμου τόσο των σχημάτων με όρους ισοτιμίας και ειλικρινούς διαλόγου, αλλά και τη σύγκρουση με παθογένειες που επικαθορίζουν την συγκρότηση της Αριστεράς στις σχολές. Η ενότητα δε αυτή, οφείλει να επιτυγχάνεται και στην πράξη με την από κοινού δράση και βηματισμό των σχημάτων ανά κοινωνικό χώρο και να είναι ικανή να εμπερικλείει σε κάθε της στάδιο των ίδιο τον κόσμο των σχολών παράγοντας εξωστρεφή λόγο και πρακτική.

Το ζήτημα αυτό της ανασύνθεσης αποτελεί σημείο της αφήγησής μας αλλά και των πρακτικών μας εντός των συλλόγων εδώ και τέσσερα χρόνια. Παρόλ’ αυτά, αναγνωρίζουμε πως η ανασύνθεση δεν έχει προχωρήσει στους ρυθμούς που αρχικά είχαμε ως δικτύωση στοχοθετήσει. Αναμφίβολα, σε αρκετές περιπτώσεις, η ανασύνθεση πέτυχε την πολιτική συζήτηση μεταξύ σχημάτων της Αριστεράς με ουσιαστικότερους όρους σε σχέση με το παρελθόν και λειτούργησε προωθητικά ως προς την υλοποίηση κοινών δράσεων και πρωτοβουλιών στις σχολές. Είναι όμως ίσως περισσότερες οι περιπτώσεις όπου τα σχήματά μας ήρθαν αντιμέτωπα με σεχταριστικές και μικροηγεμονικές λογικές οι οποίες λειτούργησαν ως τροχοπέδη για την επίτευξη της ανασύνθεσης.

Είναι αναγκαίο τη δεδομένη στιγμή να κάνουμε μία στρατηγική συζήτηση σε πανελλαδικό επίπεδο σε σχέση με τα επόμενα βήματα της δικτύωσής μας. Δίχως να παραγνωρίζουμε την κρισιμότητα της ενότητας της αριστεράς και πως αυτή θα πρέπει να αποτελέσει μία προτεραιότητά μας στο επόμενο διάστημα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η δικτύωσή μας έχει αρκετά χαρακτηριστικά στοιχεία, που δεν παρατηρούνται στην υπόλοιπη αριστερά προς το παρόν και για αυτό οφείλουμε να ιεραρχήσουμε ψηλά τη συγκρότησή μας, αποτιμώντας πως η αφήγησή μας για υπέρβαση θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο από όσο είχαμε αρχικά εκτιμήσει. Την ίδια στιγμή, συνεχίζουμε να επιδιώκουμε την από κοινού δράση και συζήτηση των σχημάτων μας που έχουν μετρήσει βήματα ανασύνθεσης εντός των συλλόγων τους και είναι εφικτό να αναπτυχθεί πολιτικός διάλογος από τα κάτω, χωρίς ηγεμονικές τάσεις, σεβόμενοι πάντα την αυτονομία τους. Επιδιώκουμε τη δημιουργία μιας νέας Αριστεράς που θα μπορέσει να απαντήσει στα επίδικα του σήμερα και αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί με τη συνύπαρξή μας στους δρόμους, μέσα από κοινές πρακτικές και συλλογικές αναπαραστάσεις στους κοινωνικούς μας χώρους. Έχοντας αποκομίσει πολύτιμη εμπειρία από τα βήματα που έχει μετρήσει η ανασυνθετική διαδικασία, είμαστε σε θέση πλέον να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η ανασύνθεση της Αριστεράς μπορεί και πρέπει να συμβαίνει και να προχωράει μέσα και από το ίδιο το κίνημα, ως χώρος διαλόγου, κοινών αγώνων και αντίστασης. Μπορούμε, δηλαδή, να κάνουμε την ανάγνωση ότι οι μάχες μέσα από το κίνημα έχουν τη δύναμη να υποβάλουν τις δυνάμεις της Αριστεράς σε μία διαδικασία μετασχηματισμού. Με το βλέμμα, λοιπόν, στραμμένο στους κοινωνικούς μας χώρους και τους φοιτητικούς συλλόγους είναι αναγκαίο, προσπαθώντας να απαντήσουμε σε επίδικα της περιόδου, να χαράσσουμε κοινή πολιτική γραμμή με τα υπόλοιπα κομμάτια της Αριστεράς στην κατεύθυνση οργάνωσης δυνατότερων αντιστάσεων και αναζοπύρωσης του κινήματος. Ως Αριστερή Ενότητα είναι κομβικό να αποτελέσουμε εμείς τον εγγυητή της ανασυνθετικής διαδικασίας παίρνοντας πρωτοβουλίες μες στους συλλόγους για κοινές πολιτικές διαδικασίες για τα ζητήματα που αφορούν τις ανάγκες της φοιτητικής καθημερινότητας και συνολικά την επίθεση που αντιμετωπίζει η νέα γενιά.

Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις φοιτητικές εκλογές ως τον τελικό στόχο της ανασύνθεσης, αναγνωρίζουμε το συμβολικό τους βάρος και την ανάγκη επανανοηματοδότησης των συλλογικών διαδικασιών και την ύπαρξη του ενωτικού στίγματος. Είναι σημαντικό να διατηρήσουμε το κεκτημένο της προηγούμενης περιόδου, να αντιπαρατεθούμε στις καθεστωτικές δυνάμεις των ΔΑΠ-ΠΑΣΠ και να αναδείξουμε έναν συλλογικό και ενωτικό τρόπο πάλης, που θα καταφέρει να ανατρέψει τα υψηλά ποσοστά αποχής, υπερασπιζόμενοι/ες την πολιτική και τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Για αυτούς τους λόγους στηρίζουμε την πανελλαδική εκλογική καταγραφή της Αριστερής Ανατρεπτικής Συνεργασίας ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ.

Η ανασυνθετική πολιτική, βέβαια, δεν τελειώνει στις φοιτητικές εκλογές αλλά περνάει μέσα από την όσμωση στο κίνημα, την συντονισμένη δράση στις σχολές και την από κοινού υπεράσπιση των φοιτητικών αναγκών. Η μετωπική δράση των αριστερών δυνάμεων κρίνεται απαραίτητη για την επανασυσπείρωσή τους, την αναζωπύρωση του φοιτητικού κινήματος, την αντιστροφή του κλίματος αδράνειας που επικρατεί στους φοιτητικούς συλλόγους και την δημιουργία των ικανών όρων απάντησης στην επίθεση που δέχεται το πανεπιστήμιο.